Η αποδοχή του θαύματος ως ακαριαίας μεταμορφώσεως, στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με την ασύμβατη σ’ αυτό κι αιτιακά εξαρτωμένη βραδεία εξέλιξή της,εμπεριέχει απείρως περισσότερο νόημα. Ενδυναμώνει το πάθος της αναζητήσεως, πέραν των συμβάσεων του φυσικού κόσμου. Μεγεθύνει την αξία του ανθρώπινου όντος ως πολυσχιδούς δημιουργίας, στο περιθώριο της οργανικής κι ανόργανης ύλης. Κρίνει πως η αλήθεια είναι υπέρτερη της επιστημονικής φιλαληθείας.Ένα απλό «γεννηθήτω» συνεγείρει την ύπαρξη -κατ’ ουσίαν- από ένα κραυγαλέο επιστημονικό «σημειωθήτω» tης αξιοσημείωτης διαλεκτικής σχέσεως προς το περιβάλλον. Ανοίγει τη μυστηριακή θύρα της χαράς, της αρμονίας, των δακρύων, της ζωντανής ελπίδας προς την αέναη λυτρωτική και απερινόητη αναδημιουργία.
u/East-Fortune-9423
"Ο λόγος περιέχει την επιμόλυνση της οιήσεως και της αλαζονείας. Είναι η βολική διελκυστίνδα για ανέξοδες αγοραίες συνάψεις απροσώπων ατόμων.Αν ποτέ θα μπορούσε να υπάρξει ένας μυστηριακός χώρος του " μεταξύ", τότε τα πρόσωπα θα τα συνέπαιρνε μια ιδιόμορφη συναισθησία, πιθανόν να αναμειγνύονταν οι αισθήσεις τους, να έβλεπαν τους ήχους, να μύριζαν τις εικόνες, να άκουγαν τις οσμές, να γλεντούσε κάθε αίσθηση με τα καμώματα της άλλης μέσα σ’ αυτόν τον υπερβατικό χώρο τεκμηριώσεων του ανθρωπίνου γεγονότος.Σε τέτοια περίσταση, η σιωπή θα αποτελούσε την ιδεώδη κατάσταση ευδοκιμήσεως μιας νέας πραγματικότητας στη συνύπαρξη."
...έφερε στον νου του ένα κάδρο που περιείχε την κλίμακα των ηλικιών του ανθρώπου, από παιδί έως και τα βαθειά του γεράματα. Με μια ματιά στην εικόνα κωδικοποιούσε ολόκληρη την διαδρομή. «Συμποσούνται άραγε όλες οι δια των βιωμάτων αποκαλύψεις σ’ ένα εκφαντορικό κι άπειρης μεστότητας στίγμα;», αναρωτήθηκε.Ήταν ήδη προ των θυρών του ναού. Καθώς εισερχόταν, είχε αρχίσει να ψάλλεται ο ιαμβικός ύμνος: Ἀπηνὲς ἔχθος, τὸ πρὸς αὐτὸν Δεσπότης τεμὼν διαμπάξ, σαρκός ἐν παρουσίᾳ κρατοῦντος, ὤλεσεν ψυχοφθόρον, κόσμον συνάπτων ταῖς ἀΰλαις οὐσίαις, τιθεὶς προσηνὴ τὸν Τεκόντα τῇ κτίσει.«Αυτό κι αν δεν είναι αδέκαρη δεκάρα...», σκέφτηκε, «... είναι η άντωση για τις υψηλές πτήσεις».
"Είμαι ο Τειρεσίας, ο αόμματος μάντης από τη Θήβα,διαρκώς περιδιαβαίνω τον κόσμο των νεκρών, την τέχνη του οιωνοσκόπου ασκώντας κι επισκοπώντας νεκρών και ζωντανών τις πολιτείες. Εδώ που βρέθηκες είναι ο φυσικός χώρος των νεκρών, όπου πάντες ομονοούν πως της στιγμής η έλευση είναι το πέρας του τέλους, μα την ίδια στιγμή η γέεννα αναπηδά και μια νέα αρχή του τέλους ξεκινά κάνοντας τον θάνατο αθάνατο. Εδώ μην ψάχνεις χρόνο, ..........................εδώ υπάρχει μονάχα η φλογερή ανάσα του παρόντος. Η σκιά του παρελθόντος δεν δροσίζει με τις μνήμες του, μα και καμιά του μέλλοντος ελπίδα ανατέλλει για να κουφίζει το τώρα. Εσύ όμως πώς βρέθηκες εδώ; "
Ο άνθρωπος εξαπλώνεται και με των άλλων την αξιοσύνη. Άνθρωπο κι αξιοσύνη τολμώ να τα σμίξω σε μια λέξη ενιαία, που το καινό της ανθρωπότητας πολίτευμα να δηλώνει,την ανθρωποσύνη. Εκεί δεν υπάρχουν μαγαρισιές, αλλά όλοι φαίνονται καλοί, ακόμα κι αν τέτοιοι δεν έχουν γίνει. Κι όσοι σε κακοδρόμηση έχουν πορευτεί, είναι ζήτημα χρόνου να επιστρέψουν γιατί το φευγιό από των πολλών ψυχών την ασφαλή ευωχία, πληροφορεί τη φεύγουσα ψυχή για την πληγή της μοναχικής της ασωτείας. Αλλά και τις υπόλοιπες πικραίνει ψυχές με την αποστέρηση του ξεχωριστού σκοπού της αύρας της. Η ανθρωποσύνη είναι ζωντανός οργανισμός με κεφαλή, άκρα κι όργανα ζωτικά. Αν κάτι της λείψει, υποφέρει,στενάζει, υπολειτουργεί. Τι άραγε μπορεί να πράξει απ’όσα σκέφτεται ένα κεφάλι μυαλωμένο, όταν στερείται τα χέρια του; Ποια άραγε έλλογη μορφή έργου θα καταφέρουν να πλάσουν τα χέρια, όταν στερούνται τη λογική κεφαλή;
"Του πέρασε σαν αστραπή μπροστά στα μάτια του μια σκηνή κινηματογραφική, μ’ έναν άνθρωπο να πέφτει από τον πέμπτο όροφο κάποιου κτηρίου και, σε κάθε επίπεδο, να επαναλαμβάνει στον εαυτό του, «μέχρι εδώ όλα καλά, μέχρι εδώ όλα καλά…». Κι ολοένα το πεζοδρόμιο πλησίαζε προς το κεφάλι. Μια ανατριχίλα τον διαπέρασε. Είδε ξαφνικά μια γυναικεία εσθήτα να κυματίζει στον αέρα, καταγαύζοντας ηδύ γαλαζωπό φως πάνω από τον Άθωνα. Και τότε, συνειδητοποιώντας την εγγύτητα της Αμμουλιανής προς αυτόν, μονολόγιστη ανήλθε εκφώνως η φράση: «βρίσκομαι στην άκρη του κόσμου, ιδού η έξοδος». Κρατώντας σταθερά την άμμο στο χέρι του, μπαίνει ξανά στη βάρκα και τραβάει κατ’ αντίκρυ, προς τον πλησιέστερο αρσανά."