Η Ελλάδα δεν χτίζει οικονομία· ρευστοποιεί περιουσιακά στοιχεία. Και αυτό ίσως αποδειχθεί μη βιώσιμο μέσα στις επόμενες δεκαετίες.
Αφορμή για τη σκέψη αυτή ήταν η είδηση για πώληση παραλιακής έκτασης στην Καλαμάτα σε ξένους επενδυτές για τουριστική ανάπτυξη. Δεν με ενδιαφέρει τόσο η συγκεκριμένη επένδυση ούτε η εθνικότητα των επενδυτών. Με ενδιαφέρει τι μας λέει για την κατεύθυνση της χώρας.
Έχω την αίσθηση ότι η Ελλάδα μετατρέπεται σταδιακά σε μια οικονομία που βασίζεται όλο και περισσότερο στην αξιοποίηση και πώληση υπαρχόντων περιουσιακών στοιχείων: γη, παραλίες, ακίνητα, τουρισμός, υποδομές και υπηρεσίες. Αυτό μπορεί να δημιουργεί ανάπτυξη, αλλά δεν είμαι βέβαιος ότι δημιουργεί ένα βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο για τα επόμενα 50 χρόνια.
Ο τουρισμός αναπτύσσεται. Οι τιμές ακινήτων αυξάνονται. Ξένα κεφάλαια εισρέουν. Όμως αυτά από μόνα τους δεν απαντούν σε ένα βασικό ερώτημα: δημιουργούμε νέες παραγωγικές δυνατότητες ή απλώς αυξάνουμε την αξία όσων ήδη υπάρχουν;
Το βασικό μου επιχείρημα είναι ότι μια οικονομία δεν μπορεί επ' αόριστον να στηρίζεται στην πώληση γης, στην αύξηση των τιμών των ακινήτων και στην παροχή υπηρεσιών προς επισκέπτες. Κάποια στιγμή πρέπει να παράγει και νέα αξία, νέες επιχειρήσεις, νέες τεχνολογίες, νέα προϊόντα και κυρίως νέες ευκαιρίες για τους ανθρώπους που γεννιούνται μέσα σε αυτήν.
Ας φανταστούμε την Ελλάδα του 2075.
Οι τουριστικές περιοχές είναι πιο ακριβές από ποτέ. Οι μαρίνες είναι γεμάτες. Τα resorts λειτουργούν. Τα αεροδρόμια καταγράφουν ρεκόρ αφίξεων. Οι τιμές γης παραμένουν υψηλές.
Στα χαρτιά, όλα μοιάζουν επιτυχημένα.
Αλλά τι συμβαίνει κάτω από την επιφάνεια;
Ένα ζευγάρι 35 ετών στην Καλαμάτα εργάζεται κανονικά, έχει δύο αξιοπρεπείς μισθούς και ένα παιδί. Παρ' όλα αυτά δεν μπορεί να αγοράσει σπίτι στην πόλη όπου γεννήθηκε. Όχι επειδή δεν δουλεύει αρκετά, αλλά επειδή οι τιμές καθορίζονται πλέον από παγκόσμια και όχι τοπική ζήτηση.
Όμως το πρόβλημα δεν σταματά εκεί.
Ο ίδιος άνθρωπος βλέπει ότι όσο κι αν εργάζεται, συμμετέχει μόνο ως εργαζόμενος στην οικονομία. Δεν κατέχει γη. Δεν κατέχει επιχείρηση. Δεν είναι μέτοχος. Δεν ελέγχει κάποιο παραγωγικό μέσο. Η οικονομία της περιοχής μπορεί να αναπτύσσεται, αλλά ο ίδιος δυσκολεύεται να μετατρέψει την εργασία του σε πραγματική περιουσία.
Σταδιακά δημιουργείται μια κοινωνία όπου η μεγαλύτερη διαφορά δεν είναι μεταξύ πλούσιων και φτωχών αλλά μεταξύ εκείνων που κατέχουν περιουσιακά στοιχεία και εκείνων που ζουν αποκλειστικά από τον μισθό τους.
Το παιδί ενός ιδιοκτήτη ξενοδοχείου, μεγάλου αγροκτήματος ή σημαντικής ακίνητης περιουσίας ξεκινά τη ζωή του με εντελώς διαφορετικές προοπτικές από το παιδί ενός μισθωτού, ακόμη κι αν έχουν τις ίδιες ικανότητες και την ίδια εκπαίδευση.
Μετά από δύο ή τρεις γενιές η κοινωνική κινητικότητα αρχίζει να περιορίζεται.
Παράλληλα, η χώρα γίνεται όλο και πιο εξαρτημένη από αποφάσεις που λαμβάνονται αλλού.
Μια ύφεση στη Γερμανία. Μια αλλαγή στις ταξιδιωτικές συνήθειες. Μια φορολογική μεταρρύθμιση στην Ευρώπη. Μια νέα τεχνολογία που μειώνει τις μετακινήσεις ή αλλάζει τα πρότυπα του τουρισμού.
Όλα αυτά μπορούν να επηρεάσουν άμεσα το εισόδημα ολόκληρων περιοχών χωρίς οι τοπικές κοινωνίες να έχουν ουσιαστικό έλεγχο.
Την ίδια στιγμή εμφανίζεται ένα ακόμη φαινόμενο.
Οι πιο φιλόδοξοι νέοι συνεχίζουν να αναζητούν ευκαιρίες σε κλάδους υψηλής παραγωγικότητας. Αν όμως οι μεγαλύτερες αποδόσεις στην Ελλάδα βρίσκονται κυρίως στη γη, στον τουρισμό και στα ακίνητα, τότε όλο και λιγότερα κεφάλαια κατευθύνονται σε τεχνολογία, έρευνα, βιομηχανία και παραγωγή.
Η χώρα αρχίζει να διαχειρίζεται πλούτο περισσότερο απ' όσο δημιουργεί νέο πλούτο.
Και τότε εμφανίζεται ίσως η πιο παράδοξη εικόνα.
Η Ελλάδα μπορεί να είναι πλουσιότερη από ποτέ και ταυτόχρονα να δυσκολεύεται να βρει ανθρώπους για τις βασικές λειτουργίες της.
Ένας δάσκαλος διορίζεται σε τουριστική περιοχή αλλά δεν βρίσκει κατοικία.
Ένας γιατρός αρνείται να μετακινηθεί σε νησί γιατί το κόστος ζωής δεν δικαιολογείται από το εισόδημα.
Ένας νοσηλευτής ή ένας πυροσβέστης προτιμά να εργαστεί στο εξωτερικό.
Μια επιχείρηση δεν βρίσκει τεχνικούς.
Ένα σχολείο συγχωνεύεται λόγω έλλειψης μαθητών.
Ένα νοσοκομείο λειτουργεί με ελλείψεις προσωπικού.
Δεν υπάρχει κρίση πλούτου. Υπάρχει κρίση ανθρώπων.
Και εδώ φτάνουμε στο δημογραφικό, που κατά τη γνώμη μου είναι το κεντρικό ζήτημα.
Μια χώρα που γερνά, αποκτά λιγότερα παιδιά κάθε χρόνο και χάνει μέρος του πιο παραγωγικού πληθυσμού της δυσκολεύεται να συντηρήσει συντάξεις, υγεία, εκπαίδευση και ανάπτυξη.
Αν η Ελλάδα του 2075 έχει σημαντικά λιγότερους κατοίκους και πολύ μεγαλύτερο μέσο όρο ηλικίας, τότε το ερώτημα δεν θα είναι πόσα ξενοδοχεία χτίστηκαν ή πόσες παραλίες αξιοποιήθηκαν.
Το ερώτημα θα είναι ποιος παράγει.
Ποιος πληρώνει φόρους.
Ποιος στελεχώνει τα νοσοκομεία.
Ποιος διδάσκει στα σχολεία.
Ποιος δημιουργεί οικογένειες.
Ποιος μεγαλώνει την επόμενη γενιά.
Η μη βιωσιμότητα αυτού του μοντέλου πιθανότατα δεν θα εμφανιστεί ως ξαφνική κατάρρευση. Θα εμφανιστεί ως αργή αποσύνθεση: λιγότερα παιδιά, μικρότερη κοινωνική κινητικότητα, μεγαλύτερη συγκέντρωση περιουσίας, αυξανόμενη εξάρτηση από εισαγόμενο εργατικό δυναμικό και μια κοινωνία όπου η ιδιοκτησία θα κληρονομείται περισσότερο απ' όσο θα δημιουργείται.
Η μεγαλύτερη ανησυχία μου δεν είναι ότι η Ελλάδα θα γίνει φτωχότερη.
Είναι ότι μπορεί να γίνει πλουσιότερη στα χαρτιά και ταυτόχρονα δυσκολότερη για τους ίδιους τους κατοίκους της.
Μια χώρα γεμάτη ακριβά ακίνητα, πολυτελή resorts, γεμάτες μαρίνες και τουριστικές επενδύσεις, αλλά με λιγότερους νέους, λιγότερες οικογένειες, λιγότερη κοινωνική κινητικότητα και όλο και περισσότερους ανθρώπους που νιώθουν ότι, ενώ εργάζονται μέσα στην οικονομία, δεν συμμετέχουν πραγματικά στον πλούτο που παράγεται γύρω τους.
Ίσως κάνω λάθος. Αλλά όσο κοιτάζω τη σημερινή πορεία, βλέπω μια χώρα που γίνεται όλο και καλύτερη στο να πουλά, να ενοικιάζει και να αξιοποιεί ό,τι ήδη έχει, χωρίς να είναι εξίσου ξεκάθαρο τι ακριβώς χτίζει για τις επόμενες γενιές.
Ο κίνδυνος δεν είναι να γίνει η Ελλάδα φτωχή.
Ο κίνδυνος είναι να γίνει μια ακριβή, τουριστικά επιτυχημένη χώρα στην οποία η ιδιοκτησία, το κεφάλαιο και οι ευκαιρίες συγκεντρώνονται ταχύτερα απ' όσο αναπαράγεται η κοινωνία που τη συντηρεί.