

Κατάλαβε κανείς γιατί η ΑΕΚ δν θα χει οπαδούς με Κηφισιά?
Δηλαδή συγγνώμη επειδή το ματς θα διεξαχθεί Λεωφόρο δεν μπορεί η ΑΕΚ να χει φιλάθλους? Τι καραγκιοζιλικια ειναι αυτά?
Μπραν - ΠΑΟΚ 3-2: Τέλος η Ευρώπη για τον Δικέφαλο, οδυνηρός αποκλεισμός στη Νορβηγία με ένα πέναλτι στο 86'
Κρίμας κρίμας πάρα πολύ κρίμας.....
Ρε αλήτες κ την αυνανοσυζητηση μας κλέψτε????
Κορυφαίο post με κορυφαία σχολια
Το λεπτό γούστο του πρεσβη, πάντα γοητεύει τους προσκεκλημενους του
Τώρα βέβαια αναρωτιέμαι πόσοι θα το θυμούνται για να πιάσουν το νόημα 😂😂
Έχετε ζήσει παρόμοιες καταστάσεις?
Εγώ πάντως το μεγαλύτερο ζωο που έχω δει στο σαλόνι ήταν ένα περιστέρι που εχεσε το τόπο όλο...
Ε μετά την Ηλιαδα είπα να ανεβάσω κ τη Οδύσσεια...
Όμως από τους ήρωες που κούρσεψαν την Τροία 365 κανείς δεν εκουράστηκε, ως λέει η ιστορία όπως ο πολυμήχανος, πανούργος Οδυσσέας που από μικρός φαινότανε ο μάγκας της παρέας. Γιατί η καυλιάρα η Αθηνά του κράταγε κακία όταν αυτός εδιάλεξε μια δόση μαλακία. 370 Τον όρκο που της έδωσε να τη γαμήσει πάλι τον ξέχασε μες του γλεντιού και της χαράς τη ζάλη και δεν την άφησε γυμνή τον πούτσο του να παίζει να τον ρουφά αχόρταγα σα να ’χε πετιμέζι.
ΡΑΨΩΔΙΑ Ζ' ΣΤΗΝ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΚΙΚΟΝΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΛΩΤΟΦΑΓΩΝ
Ο άνεμος τους έφερε στη χώρα των Κικόνων 375 επάνω στο κατάστρωμα τα πάντα όλα σαρώνουν. Βγήκαν αμέσως στη ξηρά κι άρχισαν επιθέσεις μάζεψαν λάφυρα πολλά, του μέλλοντος ανέσεις. Μάχη εδώσανε σκληρή και χάσανε συντρόφους όταν τους επιτέθηκαν από τους γύρω λόφους, 380 την ώρα που γαμούσανε τα δροσερά μουνάκια και τρώγανε και πίνανε με καύλα και μεράκια. Μετά εξεκινήσανε και στα καράβια μπήκαν αυξάνοντας σημαντικά των θυγατρών την προίκα. Δεν άργησε κι αγνάντεψαν ξανά ένα νησάκι 385 κι αρχίσανε να τραγουδούν, να πίνουν και κρασάκι, μα η ξηρά π’ αράξανε είχε πολλές παγίδες οι Λωτοφάγοι μένανε, ψηλοί και με φακίδες. Μα τις ψωλές πολύ καλά τις είχαν ακονίσει κώλο μονάχα γάμαγαν σ’ ένα τρελό μεθύσι. 390 Και λένε οι ιστορικοί, πως τρώγοντας τα φρούτα τόσο γλυκά που ήτανε, ξεχνούσανε με τούτα οι επισκέπτες όλοι τους όσο κι αν λαχταρούσαν και στη γλυκιά πατρίδα τους ποτέ τους δεν γυρνούσαν. Και αυτό πάντα συνέβαινε που είπα παραπάνω 395 μα ο λόγος ήταν διάφορος και στην αλήθεια φτάνω. Σ’ αυτό το ωραίο το νησί με τις πολλές κοιλάδες ζούσαν οι μεγαλύτεροι, τρανοί κωλομπαράδες. Αυτοί με τέχνη ασύγκριτη και μέθοδο σπουδαία γαμούσανε χωρίς ντροπή και μόνοι και παρέα 400 με σχέδιο αλάνθαστο, πάντα πετυχημένο για κώλο που ’χε γαμηθεί, για κώλο και παρθένο. Έτσι τα καταφέρανε, με τέχνη και μανία και δεν παρέμενε ποτέ καμία παρθενία. Κι οι Αχαιοί γλυκάθηκαν απ’ το τρελό γαμήσι 405 κι έχυνε η πούτσα ολονών σα να ’τανε μια βρύση. Μα ο πανούργος Οδυσσεύς που όλα τα ρυθμίζει τους κώλους υποσχέθηκε σ’ όλους να τους δροσίζει. Και τότε δέχτηκαν αυτοί το πλοίο να κινήσει μα ζήτησαν όλοι μαζί πρώτα να τους γαμήσει. 410 Κι ο Οδυσσεύς γλυκόψωλος πηδώντας και με γέλια τον πόθο άναψε παντού σε κώλους και σε σκέλια και η ψωλή καυλώθηκε, μαγκούρα έχει γίνει καθόλου δεν κουράστηκε, σα βρύση όλο χύνει. Ικανοποιώντας τους λοιπόν όλους εις την αράδα 415 τους γάμησε, τους ξέσκισε όλους με νουμεράδα και ξαναφύγαν μ’ όρεξη για τη γλυκιά πατρίδα ελπίζοντας μη πέσουνε σ’ άλλη καμιά παγίδα.
ΡΑΨΩΔΙΑ Η΄ Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΤΟΥΣ ΚΥΚΛΩΠΕΣ
Πολύ εδυσκολεύτηκε την συντροφιά να πείσει να ξεχαστούν συνήθειες που είχε αποκτήσει 420 να σταματήσουν να ζητούν όλους να τους γαμήσει φωνάζοντας και λέγοντας πως θα τους απολύσει. Κι έτσι τα καταφέρανε ένα πρωί να φτάσουν σε κάποια όμορφη στεριά Θεό για να δοξάσουν που όλους τους απάλλαξε απ’ τα κακά τα βίτσια 425 αυτούς τους λεβεντόκορμους ψηλούς σαν κυπαρίσια. Μα η χώρα που πατήσανε ήτανε των Κυκλώπων χώρα τρανή γιγάντιων και άγριων ανθρώπων. Όταν σκοτείνιασε αρκετά, ξεκίνησαν με τάξη ο Οδυσσεύς με δώδεκα, προμήθειες ν’ αρπάξει. 430 Εμπήκαν μέσα σε σπηλιά κι όλα πηγαίναν φίνα και είχαν εξασφαλιστεί στο μέλλον από πείνα. Μα ξάφνου εμφανίστηκε ο Κύκλωπας στην πόρτα έμπασε μέσα τα αρνιά και άναψε τα φώτα. Αγρίεψε και φώναξε κι άρπαξε δυο συντρόφους 435 ξερίζωσε τον πούτσο τους, τους έκανε πια ψόφιους κι ενώ αυτοί εβόγκαγαν πεθαίνοντας στο χώμα τους έσχισε ολοζώντανους σε όλο τους το σώμα. Μα ο πανούργος Οδυσσεύς τα βόλεψε και πάλι τον πότισε γλυκό κρασί, τον έκανε ρετάλι 440 κι αφού κοιμήθηκε βαριά μες στο γλυκό μεθύσι στειλιάρι έφτιαξ’ αιχμηρό απ’ ίσιο κυπαρίσσι κι αφού τον έγδυσε καλά, του το ’χωσαν στο μάτι και του ’μπηξαν ταυτόχρονα στον κώλο ένα κατάρτι οι δυνατοί συντρόφοι του με βία και γινάτι 445 κι έφυγαν τρέχοντας μαζί από το μονοπάτι. Εφτάσανε στο πλοίο τους, στο φίνο ακρογιάλι μπήκανε μέσα στη στιγμή και με ορμή μεγάλη ξεκίνησαν με τα κουπιά κι έφυγαν τρομαγμένοι πιστεύοντας πως ήτανε απ’ τη ζωή χαμένοι. 450
ΡΑΨΩΔΙΑ Θ΄ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΑΙΟΛΟΥ
Σε λίγο έφτασε ο Οδυσσεύς, στη νήσο Αιολία χώρα που είχε σαν έμβλημα, μόρφωση και σχολεία. Στην πράξη όμως ήτανε πρόστυχο ξερονήσι που οι κάτοικοί του ζούσανε με χάδια και γαμήσι. Από τον γέρο Αίολο πήρε το όνομά του 455 το σεξ και κάργα πουτανιά πήρε απ' τη μαμά του. Και τώρα ας προσέξουμε τι λέγει η Ιστορία για τους κατοίκους του νησιού για σεξ και πονηρία. Μία ντουζίνα από παιδιά ο Αίολος είχε κάνει έξι αγόρια φρόνιμα, ψηλά σαν πελεκάνοι 460 κι έξι κορίτσια όμορφα, γλυκά και μορφωμένα για σπιτικό νοικοκυριό, μονάχα μαθημένα... Τα πράγματα όμως δυστυχώς ήταν τελείως άλλα κι ολημερίς βρισκόντουσαν σ’ ανάσκελη καβάλα μα την αλήθεια άλλαξε μετά η Ιστορία 465 κι είπαν νησί της μόρφωσης πως ειν’ η Αιολία. Με μια κουβέντα ήτανε φαμίλια που γαμιόταν κι όλο για πούτσους και μουνιά ολημερίς σκεφτόταν. Ένας τον άλλο αχόρταγα ξέσκιζαν και γαμούσαν και το σπρωξίδι άφηναν μόνο σαν κατουρούσαν. 470 Και γράφει ένας περαστικός πολύ χαριτωμένος από παρακολούθηση, γιατί είχ’ αυτό το μένος δυο αδερφιών που σκίζονταν επάνω στο κρεβάτι και φώναζαν και μίλαγαν με καύλα και γινάτι: -Μωρό μου, γλύκα μου εσύ, τεχνήτρα στο γαμήσι 475 τέτοια ηδονή αγάπη μου, τέτοιο γλυκό μεθύσι ούτε η πορνομάνα μας δεν ξέρει τόσα κόλπα.- Κι εκείνη αποκρίθηκε -Πάψε βρε πούστη, σώπα γιατί τα ίδια πράγματα μου λέει κι ο πατέρας.- -Ώστε γαμεί και σένανε το βρωμερό το τέρας 480 και μου ’λεγε ο άτιμος, ο ψεύτης, ο αλήτης πως μόνο εμένανε γαμεί, εγώ είμ’ ο τεχνίτης.- Τώρα λοιπόν γνωρίσατε τη χώρα Αιολία που ’ταν πανεπιστήμιο σε προστυχοσχολεία. Γι’ αυτό περάσανε καλά και μάθανε τερτίπια 485 του Οδυσσέα οι σύντροφοι μα γίνανε ερείπια.
ΡΑΨΩΔΙΑ Ι΄ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΜΑΓΙΣΣΑΣ ΚΙΡΚΗΣ
Τελειώσαν με τους Αίολες και φθάσαν σε λιμάνι κι ανέβηκε ο Οδυσσεύς γοργά και μάνι-μάνι σε ένα λόφο υψηλό για να βρει κάποιο σπίτι ν’ ακούσει ανθρώπινη φωνή, να δει κανά πολίτη. 490 Εχώρισε τους άνδρες του σε δυο μικρές ομάδες και είπε στον Ευρύλογο να πάει στις κοιλάδες που ’δε χτισμένο ακίνητο μεγάλο σαν σχολείο μα ήτανε ανάκτορο τρανό με μεγαλείο. Σε λίγο επλησίασαν και μπαίνουν στο παλάτι 495 μόνος κρυμμένος έμεινε και μ' άγρυπνο το μάτι ο αρχηγός Ευρύλογος στην άκρη μιας σχισμάδας παραμονεύοντας να δει την τύχη της ομάδας. Από την κρύπτη του αυτή, που ήτανε χωμένος πήρε τρομάρα φοβερή, κοιτούσε μαγεμένος 500 συντρόφους λεβεντόκορμους, δυο μέτρα παλικάρια να γίνουν χοίροι στο λεπτό, να βόσκουν στα λιθάρια. Μα στη στιγμή αντέδρασε και έτρεξε να φύγει στον Οδυσσέα για να πει, τον πόνο που τον πνίγει. Ο Οδυσσεύς στο μεταξύ μ’ Ερμή εσυναντήθη 505 κι αφού τον εδασκάλεψε, προς το παλάτι εχύθη. Εκεί την Κίρκη γάμησε μ’ ασύγκριτη γλυκάδα την έδειρε, την μαύρισε, σαν να 'τανε φοράδα γιατί είχε βίτσια η θεά κι ήθελε κάργα ξύλο και πούτσο να την εγαμεί, σαν της ΔΕΗ το στύλο. 510 Και όταν γλυκαθήκανε απ’ το τρελό γαμήσι και το μουνί της έχυνε σαν να ’τανε μια βρύση τότε με μαγικά ραβδιά τους χτύπαγε ένα-ένα και άνθρωποι γινόντουσαν και τα 'χανε χαμένα. Έτσι ξεπέρασε κι αυτό της μοίρας το γραμμένο 515 και τον εβρήκε το πρωί με πούτσο μαραμένο μα είχε κράση δυνατή, κι ήταν μυαλό σπουδαίο κι αμέσως ασχολήθηκε με κάτι πιο ωραίο. Σκέφτηκε να επισκεφθεί τους φίλους του στον Άδη και στη Θεά το ζήτησε με θάρρος και με χάδι. 520
ΡΑΨΩΔΙΑ ΙΑ΄ ΣΤΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΑΔΗ
Πήρε λοιπόν την άδεια, και την Θεά την πείθει
αφού την εγκατέλειψε στον όμορφο τον Πύθη
να πάει στα βασίλεια του Άδη να γαμήσει
κι όσο πιο γρήγορα μπορεί ξοπίσω να γυρίσει.
Νυφούλες, νέοι πούστηδες μυριοβασανισμένοι 525
κοπέλες ομορφότατες με την καρδιά θλιμμένη
σαν άμμος μαζευτήκανε τριγύρω με παιχνίδια
εχάιδευαν τον πούτσο του και του ’γλυφαν τ’ αρχίδια.
Και τότε μια καμπαρετζού, μεγάλη πουτανάρα
φώναξε με βραχνή φωνή και κάργα παιχνιδιάρα: 530
-Βλέπω ένα νιο να έρχεται άγρια καυλωμένο
στης Αφροδίτης τα όργια τόνε θαρρώ μπλεγμένο
τον έρωτά μου προς εσέ θε να σου δείξω η ίδια-
κι αμέσως του τον άρπαξε κρατώντας του τ’ αρχίδια.
-Τι καύλα είναι τούτη δω αλήτη και καυλιάρη 535
έχεις μια πούτσα κάθετη σα να ’τανε στειλιάρι.
Θε να σηκώσω αψηλά τα σκέλια στο ταβάνι
και θα σκιστώ αχόρταγα, σαν πόρνη που το κάνει-.
Μίλησε τότε ο Οδυσσεύς, μουγκρίζοντας λιγάκι
γιατί από καύλα φούντωνε σαν έβλεπε μουνάκι. 540
Αλί σε με ο δύστυχος τι καύλα μ’ έχει πιάσει
σα να με ’δέσαν σε τροχό τ’ αρχίδια μου έχουν σπάσει.
και τώρα αγάπη μου γλυκιά έλα να σε γαμήσω
την καύλα μου τη φοβερή στη μούνα σου να σβήσω.
Κι ύστερα πήγε διάλεξε διάφορες περιπτώσεις 545
με ζηλευτή ειδίκευση και με περίσσειες γνώσεις
και άλλους καθησύχασε λέγοντας θα γυρίσω
να σας γαμήσω αλύπητα από εμπρός και πίσω.
Στο τέλος συναντήθηκε με μάντη Τειρεσία
να τον γαμήσει και αυτόν, κάνοντας τη θυσία 550
να γλυκαθεί ο πούσταρος, μήπως και βοηθήσει
στην όμορφη πατρίδα του πίσω για να γυρίσει.
Μα στάθηκε αδύνατο όλους να ευχαριστήσει
και βρύση να ’τανε η ψωλή δεν θα ’χε άλλο να χύσει.
Και γύρισε μονομερής στης Κίρκης το παλάτι 555
να της ξεσκίσει το μουνί με τρομερό γινάτι.
ΡΑΨΩΔΙΑ ΙΒ΄ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ
Μετά τον Άδη σάλπαρε και πάλι το καράβι κατεύθυνση για το νησί με σκέψη που σ’ ανάβει και η Θεά στην αμμουδιά χαρούμενη πηδούσε προσμένοντας τον ψωλαρά που θα την εγαμούσε. 560 Πατώντας έξω στη στεριά τον φίλησε με πάθος και έσπρωξε τον πούτσο του στ’ ολόγλυκό της βάθος. Κι αφού γλεντήσανε μαζί ολόκληρο το βράδυ τη μέρα τον βοήθησε για πλοίο και κοπάδι για τρόφιμα και για γλυκά, χρήσιμα στο ταξίδι 565 τη νύχτα πάλι έρωτα, πρήστηκε το γλωσσίδι. Έτσι χορτάτη η Θεά απ’ το τρελό γαμήσι ώρα πολλή ορμήνευε σ' ένα γλυκό μεθύσι τον άνδρα που την έσκισε, τον φίνο, τον αλήτη πώς να σωθεί και πώς να βγεί στο πατρικό του σπίτι. 570 Κι όταν ξημέρωσε καλά, γλειφόντουσαν ακόμα ώσπου σχεδόν αναίσθητοι και με βαρύ το σώμα επέσανε λιπόθυμοι, μα η ψυχή πετούσε σφάδαζε η κορμάρα της, τον πούτσο του μασούσε κι αυτός της έγλυφε γλυκά τ’ ασύγκριτο κορμί της 575 ρουφώντας μέλι αθάνατο απ’ το γλυκό μουνί της. Μα ξάφνου όλα σώπασαν, τα μουγκρητά χαθήκαν και δυο κορμιά σαν νεκρικά σε ένα ενωθήκαν για λίγα δευτερόλεπτα ένιωσαν πεθαμένοι κι από την καύλα την πολλή, χαμένοι, μαγεμένοι. 580 Μα γρήγορα συνήλθανε και στο λουτρό επήγαν και λούστηκαν και πλύθηκαν, για το καράβι φύγαν. Και τότε ο μέγας Οδυσσεύς φωνάζει στους συντρόφους να ’τοιμαστούν και να ’ρθουνε από τους γύρω λόφους για τη γλυκιά πατρίδα τους να ξεκινήσουν πάλι 585 φίλους, γνωστούς και συγγενείς να σφίξουν στην αγκάλη.
ΡΑΨΩΔΙΑ ΙΓ΄ Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΤΗΝ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΣΕΙΡΗΝΩΝ
Πάνω στην πλώρη την φαρδιά, την διπλοσκαλισμένη έχει καθήσει ο Οδυσσεύς με την καρδιά σκισμένη. Μήνες τον εβασάνισαν πείνα και ταλαιπώρια και τ’ άλλο το χειρότερο το λογαριάζει χώρια. 590 Έχει καιρό να δει μουνί, κι αυτό ’ναι που τον νοιάζει για το φαΐ και το πιοτό δεν πολυλογαριάζει. Ο δύστυχος ο Οδυσσεύς όπου ’χε συνηθίσει κι απ' το μουνί τον έβγαζε μόνο να κατουρήσει. Εκτός απ’ τη γυναίκα του που ήταν γκομενάρα 595 είχε γαμήσει απανωτά κάθε λογής μουνάρα. Αυτός που τόσες πέρασαν απ’ τον χοντρό του ψώλο τους άνδρες να παρακαλεί για να του δώσουν κώλο. Αυτά καθώς σκεφτότανε με καύλα και με πάθος ξάφνου ακούστηκε φωνή -νησί μπροστά στο βάθος.- 600 Ο Οδυσσεύς τινάχτηκε του φάνηκε σαν ψέμα είδε αμέσως το νησί, με το έμπειρό του βλέμμα. Δίχως να πάψει μια στιγμή προς τη στεριά να βλέπει το βρώμικο το χέρι του έβαλε μες στην τσέπη κι έβγαλε πάπυρο παλιό και χιλιοδιπλωμένο 605 χάρτη καλό που ναυτικός τον είχε καμωμένο. Μα πριν του ρίξει μια ματιά να δει μην είναι η Δήλος σηκώθηκε η ψωλάρα του και γίνηκε σαν στύλος, έσκισε τον χιτώνα του, βγήκε έξω μάνι-μάνι και γέρνοντας στ’ αριστερά του ’δειξε το λιμάνι. 610 Τότε κατάλαβε ο Οδυσσεύς απ’ της ψωλής τους τρόπους πως στις σειρήνες φτάσανε που τρώγανε κι ανθρώπους Μα των σειρήνων το νησί δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά μπουρδέλο υπαίθριο πάρα πολύ μεγάλο γιατί εκείνο τον καιρό τους έπιασε μια τρέλα 615 και μ’ ένα διάταγμα αυστηρό κλείσανε τα μπουρδέλα. Όλες τις πόρνες μάζεψαν απ’ τα κρυφά τους άντρα και τις αφήσαν στο νησί μονάχες δίχως άντρα. Απ’ την πολλή την καύλα τους ουρλιάζανε κι εκείνες και απ’ την βοή που κάνανε τις βγάλανε σειρήνες 620 δίχως να εξετάσουνε, δίχως μεγάλους κόπους έγραψαν οι ιστορικοί πως τρώγανε κι ανθρώπους. Θεοί, τι ψέμα φοβερό, εκείνες οι καημένες άντρες σαν φτάναν στο νησί κάναν σα λυσσασμένες. Με περιποίηση πολλή τους παίρναν στην αυλή τους 625 και εκεί βεβαίως τρώγανε, μα μόνο το καυλί τους. Αυτό το ήξερ’ ο Οδυσσεύς κι είχε χαρά μεγάλη δεν είπε όμως τίποτα να μην το μάθουν οι άλλοι. Έδεσε τους συντρόφους του, τ’ αυτιά τους τους βουλώνει πετάει τα ρούχα βιαστικά και στη στεριά σιμώνει. 630 Κολύμπαγε ανάσκελα γρήγορα με τετάρτη κι ο καυλωμένος πούτσος του φάνταζε σαν κατάρτι. Αυτές τον βλέπουν να ’ρχεται στριμώχνονται σαν βόδια ξαπλώνουν όλες στην ακτή κι ανοίγουνε τα πόδια. Σαν φτάνει κείνος στη στεριά είν’ απ' την καύλα μαύρος 635 γαμεί δεξιά κι αριστερά κι ορμάει παντού σαν ταύρος. Τις γάμησε επτά φορές μέσα σε μία ώρα και πήγαινε για όγδοη γιατί είχε πάρει φόρα μα κείνες ξεκαυλώσανε τους πέρασε η καύλα και στο τρελό γαμήσι του βάλαν τελεία-παύλα. 640 Μέσα στο δάσος τρέξανε κρυφτήκανε με βιάση κι άδικα ψάχνει ο Οδυσσεύς καμία για να πιάσει. Γυρίζει όλο το νησί ψάχνοντας με μανία κι αφού δεν βρίσκει πια καμιά βαράει μαλακία. Κι έφτασε στους συντρόφους του ταχύς με μακροβούτια 645 και άρχισε να τους φιλά, να τους κρατά τα μπούτια κοιτάει τους συντρόφους του με μάτια λιγωμένα φουσκώνοντας τ’ αρχίδια του που ήταν καυλωμένα. Έτσι δεμένους στ’ άλμπουρο πλησίασε με δόλο και έναν έναν στη σειρά τους γάμησε τον κώλο. 650
ΡΑΨΩΔΙΑ ΙΔ΄ ΣΚΥΛΛΑ ΚΑΙ ΧΑΡΥΒΔΗ ΚΑΙ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ
Στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη μετά απ’ τις Σειρήνες περάσαν δύσκολες στιγμές, για κανα δύο μήνες. Ήταν γυναίκες δυνατές, σκληρές ανδρειωμένες πλακομουνούδες άφθαστες, από ψωλή καμμένες. Καθόλου δεν εχώνευαν τους άνδρες τους γαμιάδες 655 τους έσκιζαν, τους έγδερναν σα να ’τανε πουλάδες. Γι’ αυτό κι αρπάξανε πολλούς και τους σκοτώσαν όλους αφού τους εβασάνισαν τις πούτσες και τους κώλους. Οι λίγοι που γλιτώσανε απ’ τα μαρτύρια τούτα σε λίγο αντικρίσανε χώρα γεμάτη φρούτα. 660 Ήταν του Ήλιου το νησί με πρόβατα ωραία και αγελάδες ζωηρές που βόσκανε παρέα. Τότε ξεχύθηκαν με μιας όλοι τους στο λιβάδι και στην κραιπάλη την αισχρή το ’ριξαν μέχρι βράδυ. Γαμούσανε τα ζωντανά με πόθο μανιασμένα 665 και κάνανε τους κώλους τους για να χωράνε τρένα. Κι ύστερα άρχισε η σφαγή των γαμημένων ζώων ιδού πως εκατάντησαν σύντροφοι των ηρώων. Μα ο Θεός λυπήθηκε τα ζώα τα καημένα που όλα τα ξεσκίσανε και γίναν γαμημένα 670 κι όλους αυτούς τους ασεβείς τους έστειλε στον Άδη να ζούνε κάτω από τη γη και μέσα στο σκοτάδι. Και ο Οδυσσεύς απόμεινε με δίχως πια συντρόφους κι αγνάντευε περίλυπος όλους τους γύρω λόφους.
ΡΑΨΩΔΙΑ ΙΕ΄ Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΚΑΛΥΨΩΣ
Μετά από κόπους φοβερούς, πάμπολλες τρικυμίες 675 κι αμέτρητες με θάνατο που έκανε γνωριμίες ήταν στο πέλαγος γυμνός και με ψυχή χαμένη κι η Καλυψώ δυναμικά τον έσωσε η καημένη όταν κολύμπαγε αυτός προς την ξηρά να φτάσει σαν είδε αυτή τον πούτσο του το νου της πάει να χάσει. 680 Τότε κατέβη αθέατη και του τον εφιλούσε τον έγλυφε, τον έπαιζε και τονε πιπιλούσε, και στην ξηρά τον έσπρωχνε και λίγο τον τραβούσε το μαραμένο του κορμί που όλο σπαρταρούσε. Και έτσι βγήκε στην ξηρά σχεδόν ρυμουλκημένος 685 από τον πούτσο τον μακρύ, κρύος και μαραμένος. Κι όταν συνήλθε κάποτε και φτάνει στο παλάτι τότε την βλέπει να ’ρχεται φουριόζα και τρεχάτη. Βοήθεια, ρούχα και φαΐ να του προσφέρει τάχα απ’ ανθρωπιά κι αισθήματα που ένιωθε μονάχα 690 για κάθε ένα που ’ρχότανε στο ερημικό νησί της εκείνη είχε το μυαλό μονάχα στο μουνί της. Μα για πολύ δεν κράτησαν τα τυπικά του κώλου γιατί λιγουρευότανε το κάλλος του του ψώλου. Κι αμέσως τότε άρχισαν τα φοβερά τα όργια 695 μέσ’ την θερμή της αγκαλιά την όμορφη πανώρια. Κι έτσι περνούσε ο καιρός γεμάτος συγκινήσεις και έχυνε ο πούτσος του σαν το νερό της βρύσης. Μα λυπημένος κάθεται, τη θάλασσα κοιτάζει για την γλυκιά πατρίδα του τον τρώει το μαράζι. 700 Μα κάποτε λυπήθηκε την τύχη του ο Δίας και στέλνει ευθύς στην Καλυψώ μήνυμα εξουσίας. Τον φτερωτό θεό Ερμή της έστειλε να δώσει απόφαση τελειωτική που την καρδιά θα λιώσει. Ρίγησε τότε η Καλυψώ κι από θυμό γεμάτη 705 σκέφτηκε νύχτες και στιγμές απ’ ηδονή χορτάτη. -Είστε σκληροί, ζηλόφθονοι-, μουρμούρισε με πόνο -και μα το Δία μου ’ρχεται να φτάσω μέχρι φόνο. Φθονείται όλοι σας ψηλά, την όμορφη μου τύχη βρέθηκε να ’ναι πουτσαράς, τον έχει ένα πήχη. 710 Όμως εγώ τον έσωσα στο πέλαγος πνιγμένο από ανθρώπους και Θεούς τελείως ξεγραμμένο και το γλυκό μου το μουνί και όλο μου το σώμα αυτός μονάχα το γαμεί και μ' έχει κάνει λιώμα. Μα τι να κάνω η δύστυχη και την καρδιά μου σφάζουν 715 θα υποταχτώ στη μοίρα μου, αφού με διατάζουν-. Κι είπε ο Ερμής ο φτερωτός θερμά και λυπημένα: Έλα καλή μου Καλυψώ, μη τα ’χεις πια χαμένα δώσε εσύ τις συμβουλές, βοήθα τον να φύγει κουράγιο κάνε, βάσταξε, όσο και αν σε θίγει. 720 Αυτά είπε και χάθηκε στης νύχτας το σκοτάδι κι η Καλυψώ εζήταγε χαρά και λίγο χάδι. Τότε γλυκά, ναζιάρικα τον πόθο του ανάβει απ’ την ακτή τον φώναξε, τους ρεμβασμούς του παύει. Όταν του υποσχέθηκε πως θα τον βοηθήσει 725 να φύγει από το νησί κι αλλού να πάει να ζήσει, τότε αυτός αχόρταγα την ξάπλωσε στο στρώμα την φίλαγε, την έγλυφε, της δάγκωνε το σώμα. Μετά την ετουμπάρισε της έστησε τον κώλο και μαλακά της βύθισε τον άγριό του ψώλο. 730 Με χέρια πια τρεμάμενα και λιγωμένα χείλη μούγκριζε κι ακουγότανε γύρω στο ένα μίλι. Της έτριβε τις ρώγες της, της έγλυφε το σώμα κι από την καύλα την πολλή είχανε γίνει λιώμα. Μα κάποτε ξημέρωσε και έπρεπε να φύγει 735 όσο κι αν γαμηθήκανε με καύλα που να πνίγει. Κι η Καλυψώ του φώναζε, γαμιά μου γύρνα πίσω χωρίς ψωλή στο σπίτι μου πως θα γενεί να ζήσω; Τότε λοιπόν ο Οδυσσεύς της λέει με τελειώνεις μ’ αυτά τα νάζια τα γλυκά το σώμα μου καυλώνεις. 740 Μα κάτσε τώρα ήσυχη γιατί πρέπει να φύγω και τα πανιά του καραβιού αμέσως τα ανοίγω.
ΡΑΨΩΔΙΑ ΙΣΤ΄ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΦΑΙΑΚΩΝ
Όρκο στο γιο του ο Ποσειδών μεγάλο είχε τάξει όταν με δόλο ο Οδυσσεύς το μάτι του ’χε κάψει, να τον παιδεύει διαρκώς, να μη τόνε αφήσει 745 απ’ του σπιτιού το τζάκι του καπνό να αντικρίσει. Τα πλοία του εβύθισε το ’να μετά το άλλο γιατί το μίσος του γι' αυτόν ήταν πολύ μεγάλο. Με το στερνό που έφτιαξε ο Οδυσσεύς καράβι στην Πηνελόπη την πιστή που κάθεται και ράβει 750 το θρυλικό της κέντημα, σκέφτηκε να γυρίσει και κάτι βρώμες π’ άκουσε να τις ξεκαθαρίσει. Το πλοίο γοργοτάξιδο τα κύματα ξεσκίζει και μέσα στην καμπίνα του ο Οδυσσεύς πασχίζει τον πούτσο του που κάβλωσε κάπως να τον καλμάρει 755 κι από το πολύ το σήκωμα μοιάζει σαν παλαμάρι. Ηδονικά στην σκέψη του την Πηνελόπη φέρνει όταν το πλοίο ξαφνικά αρχίνησε να γέρνει. Μπατάρισε πάρα πολύ, ήρθαν τα πάνω κάτω και ξαφνικά εβρέθηκε στης θάλασσας τον πάτο. 760 Γιατί το πλοίο μπλέχτηκε σε φοβερό κυκλώνα που είχε στείλει η οργή του Θείου Ποσειδώνα. Ο Οδυσσεύς κολύμπησε να βρει κανένα ξύλο και τέλος τα κατάφερε, πιάστηκε σ' ένα στύλο. Μέρες πολλές κολύμπησε στο κούτσουρο πιασμένος 765 και με μεγάλη του χαρά αντίκρισε ο καημένος στο βάθος του ορίζοντα ένα μικρό νησάκι κι ο νους του αμέσως πέταξε σε τρυφερό μουνάκι που πιθανόν θα έβρισκε, εκεί για να γαμήσει και με τη σκέψη του αυτή του ’ρθε να ξεροχύσει. 770 Ευθύς αμέσως μάζεψε, δυο απλωτές ακόμα κι ως που να πεις βερίκοκο, επάτησε στο χώμα. Παρ’ όλο που αισθανότανε τόσο μεγάλη καύλα, απ’ τη μεγάλη κούραση έπεσε κάτω τάβλα. Πόσο πολύ κοιμήθηκε, ούτε ο ίδιος ξέρει, 775 μα όταν στο τέλος ξύπνησε, τον κράταγε στο χέρι. Είδε πως ήταν τάχατες σ’ ωραίο περιβόλι κι από τα δέντρα κρέμονταν σωρό αφράτοι κώλοι κώλοι λευκοί και στρογγυλοί, κώλοι αφροπλασμένοι, λες και για την ψωλάρα του να ήτανε φτιαγμένοι. 780 Στο βάθος εκελάριζε το χύσι στα ρυάκια και έσκυβαν να δροσιστούν σωρό γλυκά μουνάκια. Μόλις τον μυριστήκανε αρχίσανε οι κώλοι σα να ’τανε καλόγνωμοι ν’ ανοιγοκλείνουν όλοι. Κι αυτός γαμούσε τάχατες τ’ αφράτα κωλομέρια, 785 και δυο βυζάκια στρογγυλά έτριβε με τα χέρια, Το στόμα του πιπίλιζε ένα μουνί παρθένο κι απ' τη μεγάλη καύλα του ξεφύσαγε σαν τρένο. Είχε αρχίσει κι έχυνε, τι ηδονή μεγάλη υγρά ποτάμι ξέρναγε του πούτσου το κεφάλι, 790 πέταγε το ψωλόχυμα σωστά εξήντα μέτρα και είχε τόση δύναμη που τρύπαγε και πέτρα. Μα ξάφνου εκεί που άρχιζε να βγάζει τα υγρά του, εξύπνησε ο φουκαράς κι είδε, ω συμφορά του, πως όλα ήταν ψέματα, τα είδε στο όνειρό του 795 κι ο πούτσος του ζωγράφιζε νησιά στο σώβρακο του. Σηκώθηκε απότομα, πέταξε τον μανδύα και με τα μούτρα ρίχνεται στη σωβρακομαντεία. Με μια ματιά που έριξε στων νήσων την σωρεία το γερακίσιο βλέμμα του γέμισε απορία. 800 Σήκωσε το κεφάλι του στιγμή χωρίς να χάσει κι αμέσως ετινάχτηκε ορθός γεμάτος βιάση γιατί ένιωθε πως βρίσκονταν όχι στο Καπανδρίτι μα κει που εβασίλευε Αλκίνοος κι Αρήτη. Ευθύς αμέσως ένοιωσε γλυκιά ανατριχίλα, 805 σκούπισε τα παπάρια του με κάτι λίγα φύλλα, κι ολόγυρα εκοίταξε γεμάτος απορία, γιατ’ ήξερε ο πονηρός από την ιστορία πως των Φαιάκων το νησί δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά σωστό κωλάδικο πάρα πολύ μεγάλο. 810 Η Αρήτη αβέρτα το ’κανε μ' όλους τους αυλικούς της κι ο Αλκίνοος χαχάνιζε γιατ’ ήταν μέγας πούστης. Από μικρός φαινότανε τι πουσταράς θα γένει τότε που κάθ’ ένα μωρό το δάχτυλο βυζαίνει αυτός ζητούσε σαν τρελός να γλύφει για μαντζούνι 815 των αυλικών, των δούλων του, των φίλων το τσουτσούνι. Αν πεις και για την Ναυσικά, την όμορφη μαργιόλα, ήτανε μεγάλος πούτανος, μια τρομερή καριόλα. Σ’ όλα τα σπίτια έτρεχε, έμπαινε πριν βραδιάσει και κανενός δεν άφηνε τον πούτσο να σκουριάσει. 820 Διάλεγε όμορφες ψωλές, τις χάιδευε με τρέλα, κι ύστερα τις πιπίλιζε σαν να ’ταν καραμέλα. Παιδούλα ακόμα άπραγη με μεταξένιες μπούκλες τότε που όλα τα παιδιά παίζουνε με τις κούκλες αυτ’ είχε για παιχνίδι της μικρό ένα τακουνάκι 825 κι ολημερίς το έχωνε στ’ ωραίο της μουνάκι. Κι όταν ποτέ βαριότανε να παίζει το τακούνι επιδιδόταν σ’ ένα σπορ, γνωστό σαν πλακομούνι…
ΡΑΨΩΔΙΑ ΙΖ΄ Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗ ΝΑΥΣΙΚΑ
Στη Ναυσικά τριγύρναγε ο νους του, την κουφάλα, όταν πάνω στο πούτσο του γκελάρισε μια μπάλα. 830 Ήταν μια μπάλα όμορφη, γεμάτη μπιχλιμπίδια, κι απ’ το γερό το χτύπημα του ζάλισε τ’ αρχίδια. Αμέσως ακουστήκανε φωνές, κραυγές και γέλια και να κοπέλες φάνηκαν μ’ ολόγυμνα τα σκέλια και πρώτη απ’ όλες όμορφη ήταν η Ναυσικά του, 835 ίδια όπως την είχε δει πριν λίγο στα όνειρά του. Ήτανε κάτασπρη, ψηλή, όμορφη σαν μαντόνα κι ήτανε πλήθος τα παιδιά που κάνανε σφεντόνα τον πούτσο τους για χάρη της κοιτώντας με κακία και τράβαγαν βράδυ-πρωί με λύσσα μαλακία. 840 Τα χείλη της μαργιόλικα σου ’λεγαν πάντα όχι, το ναι της όμως το ’βλεπες μες στων ματιών την κόχη. Τα στήθη της δροσοπηγές, κι απ' της φωνής τον τόνο έβλεπες πως εγνώριζε πάμπολλα για το φόνο. Με καλοσύνη ρώτησε, ποιος είναι, τι γυρεύει, 845 αλλά αυτός αρχίνισε ευθύς να την ψαρεύει. Σε όλα της απάντησε ψέματα από δόλο, κι ενώ περνούσε δίπλα της της έπιασε τον κώλο. Αυτή τότε κατάλαβε πως ήθελε να σπρώξει και πρόφαση εγύρευε, τις δούλες της να διώξει. 850 Τις διαβολόστειλε λοιπόν να πάνε μάνι-μάνι να δούνε αν κουνιόντουσαν οι βάρκες στο λιμάνι. Μέσα στις φτέρνες ξάπλωσε και του ’ριξε ένα βλέμμα που ήταν σαν να του ’ριχνε φωτιά μέσα στο αίμα. Ο Οδυσσεύς δεν άντεξε να περιμένει άλλο 855 και όρμησε λες κι άλογο του πάτησε τον κάλο. Παρ’ όλο που η καύλα του ήταν πολλή μεγάλη κρατήθηκε κι ακούμπησε στα μπούτια το κεφάλι, τα δυο του χέρια χούφτιασαν τα τορνευτά της στήθη κι όλες τις άλλες σκέψεις του τις σκέπασε η λήθη. 860 Σιγά-σιγά τον πούτσο του μές στο μουνί της βάζει και κείνη απ’ την καύλα της αρχίζει να ουρλιάζει, Όμως ο πολυμήχανος δεν της τον βάζει όλο, κι όταν αυτή χτυπιότανε της χάιδευε τον κώλο. Μές στου μουνιού της τρίβοντας, ο πούτσος τα καπάκια 865 γιατ’ ήξερε ο μπάσταρδος τερτίπια και κολπάκια, που τα ’μαθε τόσο καιρό που ’χε τα πήγαιν' έλα κι είχε φοιτήσει ανελλιπώς στα πιο καλά μπουρδέλα. Τα χέρια του της χάιδευαν τις πιο κρυφές γωνιές της κι εκείνη ξεφωνίζοντας δάγκωνε τις γροθιές της. 870 Κι ενώ αυτή σκεφτότανε ‘τώρα θα μου τον χώσει’ αυτός τον εξανάβγαζε σα να ’χε μετανοιώσει. Το γλείψιμο αρχίνισε σε όλο το κορμί της μα όμως δεν επρόλαβε να φτάσει στο μουνί της. Τ’ άρπαξε την ψωλάρα του με το λευκό της χέρι 875 και στο μουνί την έβαλε σαν να ’ταν γουδοχέρι. Με ψαλιδιά τα πόδια της στη μέση τα τυλίγει κι απάνω του γαντζώνεται μήπως και της ξεφύγει. Ο Οδυσσεύς δεν άντεξε άλλο να περιμένει γιατ’ είχε αρχίσει και αυτός βαριά να ανασαίνει. 880 Σα λυσσασμένος έσπρωξε τον τρομερό του ψώλο, κι η Ναυσικά ξεφώνισε, σκίσε με, βάλ’ τον όλο. Η καύλα την πλημμύρισε, λαχάνιασμα την πιάνει κι όλο τον κόσμο γύρω της αρχίζει να τον χάνει. Κι αρχίζει σκαμπανέβασμα σα να ’τανε φοράδα 885 και το μουνί της έτρεμε μ’ ανήκουστη σβελτάδα. Το ρυθμικό της κούνημα βάσταξε πολλή ώρα τέλος όμως δυνάμωσε και είχαν πάρει φόρα. Στη μια στιγμή ενώνονταν στην άλλη χωριζόνταν σα φίδια στριφογύριζαν και σφιχταγκαλιαζόνταν. 890 -Μάνα μου, σκούζ’ η Ναυσικά, από την κάβλα σβήνω. -Βιάσου εμούγκρισ’ ο Οδυσσεύς, κι εγώ σε λίγο χύνω. Και σ’ ένα ύστατο σπασμό, τρεμούλιασαν σαν ψάρια καθώς αυτή του χάιδευε τα τριχωτά παπάρια. Ακόμη του το χάιδευε τ’ αριστερό παπάρι 895 και δεν επρόλαβε καλά χαμπάρι να το πάρει για πότε την εγύρισαν τα στιβαρά του χέρια κι ο πούτσος του καρφώθηκε στ’ αφράτα κωλομέρια. Σαν της γαρίδας βγήκανε της Ναυσικάς τα μάτια απ’ την ψωλιά την φοβερή την έκανε κομμάτια. 900 Από τον πόνο τον πολύ την πλουμιστή χλαμύδα καθώς χάμω εσπάραξε σαν να ’ταν παλαμίδα. Όμως ο πολυμήχανος που τη δουλειά του ξέρει, τ’ αυτάκι της πιπίλιζε με το ’να του το χέρι χαϊδεύει τα ολοστρόγγυλα, τα μυτερά της στήθη, 905 ενώ το άλλο ευκίνητο μές στο μουνί εχύθη. Της τρίβει ασταμάτητα το μακρουλό γλωσσίδι και μπαίνει-βγαίνει συνεχώς, γλιστράει σαν το φίδι. -Τσόγλανε- σκούζ’ η Ναυσικά, -Μαλάκα μου, με τσούζει μου έσκισες τον κώλο μου σαν να ’τανε καρπούζι 910 εγώ τον εκαμάρωνα και το ’χα καύχημά μου, τον κούναγα κι εσειότανε η γη στο πέρασμά μου, κι εσύ μου τον εξέσκισες, μαλάκα, άει σιχτίρι, δεν είναι κώλος πια αυτός, μα τρύπιο σουρωτήρι.- Όμως του πολυμήχανου τ’ αυτί του δεν ιδρώνει, 915 σφυράει του πούτσου το χαβά και πιο βαθιά τον χώνει…
ΡΑΨΩΔΙΑ ΙΗ΄ Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΑΜΦΙΤΑΛΑΝΤΕΥΕΤΑΙ
Η Πηνελόπη μόνη της έλεγε η καημένη μέρα και νύχτα η καψερή πως είναι καυλωμένη κι όταν η καύλα το μουνί ασφυκτικά προστάζει σαν θα γαμιέται ηδονικά τους άλλους τι τους νοιάζει. 920 Κι η παραμάνα η γριά που ήταν απ' τον Βόλο την έσπρωχνε να γαμηθεί από μουνί και κώλο, γιατί στ' αλήθεια ο Οδυσσεύς ήτανε διπορτίτης μα τώρα όλα σκουριάσανε που είναι μακαρίτης. Δύσκολα προσαρμόζεσαι σαν έχεις συνηθίσει 925 πρωί και βράδυ να ρουφάς το όμορφο γαμήσι. Βλέπεις κι ο μακαρίτης μας ήταν πολύ βαρβάτος της Πηνελόπης τον ποθεί ο κώλος ο αφράτος. Η Πηνελόπη σκέφτεται τα βραδινά παιχνίδια όταν τον κράταγε σφικτά μαζί με τα αρχίδια, 930 και τότε αυτός ακάθεκτος με γλύκα πώς ορμούσε και μές στα σκέλια τα καυτά τον ψώλαρο πετούσε. Αργούσε και δεν έχυνε, κρατιόταν ο καημένος κι ενώ κουνιόταν μανιακά άγρια καυλωμένος συνέχεια επροσπάθαγε να τον εμπαινοβγάνει 935 κι από την καύλα την πολλή δεν ημπορεί να κάνει. Αυτά σκεφτότανε μόνη της στο στρώμα η καημένη μέρα και νύχτα η καψερή και ήταν καυλωμένη. Μα η πίστη πάντα γύρναγε στη φίνα Πηνελόπη που ’θελε πάντα φρόνιμη να μείνει κι ας εκόπη 940 το ζηλευτό γαμήσι της, που το ’χε συνηθίσει και νύχτες το σκεφτότανε, την είχε βασανίσει. Και σκέφτεται μονάχη της, κι απόφαση λαβαίνει να κρατηθεί ανέγγιχτη κι ολημερίς υφαίνει. Χωρίς ψωλή στο σπίτι της κλεισμένη θε να ζήσει 945 κι από μνηστήρα αν γαμηθεί, μαζί του δεν θα χύσει.
ΡΑΨΩΔΙΑ ΙΘ΄ Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΤΗΝ ΙΘΑΚΗ ΤΙΜΩΡΕΙ ΤΟΥΣ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ
Οι Φαίακες τον έφεραν στη νήσο την Ιθάκη με πλοίο πρωτοτάξιδο φτιαγμένο με μεράκι κι αφού εγάμησε ξανά πενήντα νουμεράδα τους ναύτες του Αλκίνοου, του ήρθε σαν ζαλάδα. 950 Κι αυτοί τον μεταφέρανε ψόφιο και κοιμισμένο βαρύ, ασήκωτο, νεκρό, λιγάκι μαραμένο. Γι’ αντάλλαγμα στον κόπο του που δούλευε τον ψώλο και δύο μήνες των ναυτών τους έσκαβε τον κώλο, του άφησαν δώρα χρήσιμα κι ακριβοπληρωμένα 955 κι αμέσως εσαλπάρανε να πάνε για τα ξένα. Είναι γνωστό ιστορικά πως άλλαξε και φάτσα για να μπορέσει στους εχθρούς να κάνει τα στραπάτσα. Και πως τον εβοήθησε η Αθηνά και πάλι πως γύρισε ο Τηλέμαχος και με σπουδή μεγάλη 960 πως συναντήθηκαν κρυφά, βοσκοί και υπηρέτες και τους μνηστήρες είπανε να κόψουνε σε φέτες. Αυτά είναι πασίγνωστα από την Ιστορία και είναι κάπως άσκοπο και λίγη φλυαρία γιατί διχάζονται ορθά οι γνώμες κι οι απόψεις 965 των πιο γνωστών ιστορικών, κι έχουνε δύο όψεις. Η μία λέει τους σκότωσε, τους έσφαξε έναν-έναν κι αυτοί στην παραζάλη τους τα είχανε χαμένα κι ύστερα αφού πλύθηκε κι εντύθη προσεγμένα όρμισε στο διαμέρισμα να βγάλει τα σπασμένα 970 της Πηνελόπης το μουνί αχόρταγα να σκίσει και μέσα στο βελούδο του ο πούτσος του να χύσει. Η άλλη ιστορική πηγή αλλιώς τα διηγείται με βάση το σεξουαλικό απ’ την αρχή κινείται και λέει πράγματα σωστά μα λίγο τραβηγμένα 975 αρχίζοντας περίληψη σ’ όλα τα πεπραγμένα:
Κι ενώ ο Οδυσσεύς κινδύνευε όπως κι αλλού σας είπα και κάθε μέρα κοίταγε του κώλου του την τρύπα στα πλούσια παλάτια του στη μακρινή Πατρίδα στο σπιτικό του δηλαδή, απλώσανε αρίδα 980 μάτσο τα αρχοντόπουλα από γενιές μεγάλες και κάθε μέρα γλένταγαν στου παλατιού τις σάλες. Την Πηνελόπη γύρευε καθένας τους για ταίρι για να της γλύφει το μουνί και να της βάζει χέρι, για την ζεστή της αγκαλιά φουντώνανε τα μίση 985 και αλληλοτρωγόντουσαν ποιος θα την εγαμήσει. Όμως αυτή δεν πίστευε πως χήρα είχε μείνει παρ’ όλο που το πράμα της την καίει σαν καμίνι. Κρατά την τρύπα της κλειστή απ’ τα καυλιά τα ξένα, καυλιά που αν τα ένωνε για να τα κάνει ένα 990 κι αυτό το ένα το καυλί στην τρύπα της να χώσει, και πάλι δεν της έφτανε για να την ξεκαυλώσει. Παρ’ όλη όμως την καύλα της, κι είναι προς έπαινό της ψωλή δεν άγγιξε ποτέ, ούτε στον πισινό της. Τους βάζει όρο φοβερό πως την καρδιά θα δώσει 995 σ’ όποιον μπορέσει με κλειστά τα μάτια να τον χώσει. Ήτανε δύσκολη πολύ αυτή η δοκιμασία, της το ’χε μάθει ο Οδυσσεύς πριν φύγει για την Τροία. Την έγδυνε κάθε φορά, ασφάλιζε τα μάτια, έπαιρνε φόρα από μακριά σαν τα βαρβάτα τ’ άτια 1000 κι έτσι τρεχάτος πήγαινε στην τρύπα συστημένα, παρ’ όλο που τα μάτια του ήτανε σφαλισμένα. Και με το κόλπο τώρα αυτό τους έχει πια στο χέρι κι έπαιρνε όρκο πως κανείς δεν θα τα καταφέρει. Έφτασε η μέρα η κρίσιμη, πλησίασε η ώρα 1005 που βασιλιά θ’ απόκταγε του Οδυσσέα η χώρα. Σε χαμηλό ανάκλιντρο στα κόκκινα στρωμένο η Πηνελόπη ξάπλωσε με κώλο τουρλωμένο. Λίγο πιο πέρα οι γαμπροί στεκόνταν στη γωνία και τη σειρά του ο καθείς προσμένει μ’ αγωνία. 1010 Πρώτος είν’ ο Μουνίχιος τα μάτια του ’χουν δέσει μα το πανί είναι μακρύ και κρέμεται σαν φέσι. Κινά σε λίγο βιαστικός για την κωλοτρυπίδα περνάει δίπλα της ξυστά και χάνει κάθε ελπίδα. Δεύτερος ο Αρχίμανδρος με τα μεγάλα αρχίδια 1015 όμως σκοντάφτει στα μισά και πάει στα τσακίδια. Τρίτος είν’ ο Ψωλάριχος τρανός απ’ την Τροιζήνα, μα παίρνει λάθος διεύθυνση και πάει για την κουζίνα. Κι ο κώλος πάντα ανέγγιχτος τουρλώνεται με νάζι και την ψωλή του τυχερού στα βάθη του φωνάζει. 1020 Τέταρτος, πέμπτος, δέκατος κανείς δεν έχει τύχη και την πληρώνουν πάντοτε οι πόρτες και οι τοίχοι. Ένας μετά τον άλλονε χάνονται οι μνηστήρες, πάνε οι κόποι μάταιοι και οι προσπάθειες στείρες. Μα ξάφνου κάποιος πρόβαλλε, κανένας δεν τον ξέρει, 1025 ούτε για να ’ναι φαίνεται απ’ τα δικά τους μέρη. Στον κώλο ρίχνει μια ματιά π’ ασπρίζει εκεί στο βάθος, γυρνά και λέει στους γαμπρούς όλο καημό και πάθος: -Είμαι κι εγώ ένας άρχοντας κι έχω γαλάζιο αίμα, να μαραθεί ο πούτσος μου άμα σας λέω ψέμα. 1030 Τον κώλο αυτόν τον αναιδή θα ’θελα να δαμάσω, παρακαλώ αφήστε με και με να δοκιμάσω-. Και οι γαμπροί το δέχτηκαν και στη στιγμή τον γδύσαν, μα μόλις ’φάνη ο πούτσος του όλοι τους απορήσαν. Αυτός κινά ατάραχος με σταθερό το βήμα 1035 κι ο πούτσος του στον κώλο της σφηνώθηκε σαν βλήμα. Ακούστηκ’ ένα τρίξιμο σαν πόρτα όταν κλείνει, είχε ξεχάσει η δύστυχη να βάλει βαζελίνη. Όλοι οι μνηστήρες τα ’χασαν, τους έζωσαν τα φίδια κι από τον κώλο μοναχά κρεμόντανε τ’ αρχίδια. 1040 Της Πηνελόπης η φωνή τους βγάζει απ’ την πλάνη καθώς τον είχε μέσα της κι από τους πόνους κλάνει. -Είναι ο Οδυσσέας και κανείς δεν θα με διαψεύσει λάθος δεν κάνω εγώ ποτέ, τον γνώρισα απ’ τη γεύση-. Τότε τι θαύμα φοβερό, αυτοί οι ψωλαράδες 1045 κατάχαμα ξαπλώσανε σα να ’τανε Κυράδες. Ανοίγουνε τα πόδια τους τουρλώνουνε τον κώλο θέλανε όλοι να γευθούν τον φοβερό του ψώλο. Μα αυτός δηλώνει άσπλαχνα πως είναι κουρασμένος, πως είν’ τ’ αρχίδια του αδειανά κι ο πούτσος του πεσμένος. 1050 Δίνει όμως υπόσχεση στους τουρλωμένους κώλους, πως κάποια μέρα απ’ αυτές θα τους γαμήσει όλους.
ΡΑΨΩΔΙΑ Κ΄ Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ
Στερνή μου θέληση λοιπόν, ακούστε σαν πεθάνω εκατοντάδες γυναικών στον τάφο μου επάνω να γαμηθούν ολόγυμνες από μπροστά και πίσω 1055 ίσως καυλώσω και εγώ στον τάφο μου και χύσω. Επάνω από τον τάφο μου να ’ρθουνε αγγελούδια να ’ναι μικρά ξεβράκωτα με φίνα κωλαρούδια. Να γίνουν γλέντια και γιορτές, χαρές και πανηγύρια και να γαμούν καλόγεροι μέσα στα μοναστήρια 1060 τις όμορφες καλόγριες και καλογεροπαίδια να γεμιστούν ψωλόχυμα χιλιάδες τενεκέδια. Τα κόκαλα μου κλύσματα και ψώλαρους να κάνουν και οι γυναίκες όλες τους στον κώλο τους να βάνουν, μές στα σγουρά τους τα μουνιά και τον αφράτο πάτο 1065 και να θυμούνται κάποτε κι εμένα τον βαρβάτο που όταν ήμουν ζωντανός τις δρόσιζα ο καημένος και τώρα δεν τις ξέχασα κι ας είμαι πεθαμένος. Όση έχω επίπλωση, κτήματα και παράδες να μοιραστούν στους πούστηδες και στους κωλομπαράδες. 1070 Τα κινητά κι ακίνητα θα τα κληροδοτήσω σ’ όσες μικρούλες παχουλές το κάνουν από πίσω. Στην κουρασμένη πούτσα μου να βάλουνε στεφάνι γιατί δεν άφησε μουνί και κώλο πριν πεθάνει. Κλάψτε με κώλοι και μουνιά και μαυροφορεθείτε 1075 τον πιο πιστό σας σύντροφο δεν θα τον ξαναδείτε. Αυτή η διαθήκη γράφτηκε χωρίς συμβολαιογράφο και όποιος έχει αντίρρηση στ’ αρχίδια μου τον γράφω. Και εσείς γιατροί και χειρουργοί με τα πολλά ψαλίδια κλάψτε μου τώρα την ψωλή και κλάστε μου τ’ αρχίδια. 1080
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η ιστορία τέλειωσε, κι ήταν πολύ μεγάλη ο Όμηρος την έγραψε μα την αλλάξαν άλλοι. Κι όλοι αυτοί που κόπιασαν για τούτα τα στιχάκια να χαίρονται και να γαμούν τα πιο όμορφα μουνάκια. Μ’ αφράτους κώλους και βυζιά να παίζουν όλη μέρα 1085 και να ’ναι ο πούτσος τους σκληρός κι όρθιος σα φλογέρα. Ως τα βαθιά γεράματα να ’χουν καυλί ατσάλι και στην επόμενη ζωή γαμιάδες να ’ναι πάλι.
Κοινωνικά ζητήματα ψάχνουν λυση
Καταρχάς ερώτηση 1: Εγώ που δεν είμαι παντρεμένος κ δεν έχω μακροχρόνια σχέση γτ δεν κάνω σεξ?????
Ερώτηση 2: Αν είσαι παντρεμένος κ κυκλοαυνανιζεσαι με τη παρέα σου μετράει για κέρατο ή θεωρείται οκ?
Κ το r/Greece συνεχίζει να μας κατουραει σα sub
Ο χρήστης Sexyfeet and more ψάχνει για δουλειά. Δέχεται κ online τσόντα αρκεί να μη φαίνεται το πρόσωπο της. Αλλά επειδή από κει είναι αμπαλοι το φερα εδώ ώστε οι ειδήμονες του sub μας να βρουν λύσεις στα προβλήματα του μέσου Έλληνα...The stage is yours
Ρε σεις μεταφέρθηκαμε στο r/Greece κ δν το κατάλαβα??
Μιας κ έχουμε μουντιάλ...
Ψάχνω επαγγελματία ποδοσφαιριστη/ποδοσφαιριστρια για foot job. Σοβαρές προτάσεις μόνο κ δέχομαι μόνο από Β εθνική κ πανω. Οι amateurs Δεν μου κανουν
So who was the rat to begin with?
I'm currently on my second play through and start noticing a few more things...
First of all if the job in St. Dennis had gone well then maybe our heroes would have the chance to live a quite and peacefull life and get to meet Tahiti.
Secondly agt Milton states that Micah started ratting after Guarma. So it makes me wonder. How the Pinkertons knew all about the St Dennis job? Was it that the gang became too chubby or was there another rat to begin with?
Strange things happening in the world of RDR
I'm on my second play through now and I just keep discovering stuff.
But dude wtf is going on in this world??? Aliens? Vampires? Witches? A guy thought to be time traveler????
What's the weirdest story you ve seen in RDR?
Maybe not a popular opinion but still...
I believe that the whole treasure hunting is bad game design...
I mean its a really great idea on paper but it's implemented in a bad way. I mean yes MOST treasure maps show you clear landmarks but I don't think its that easy to find them even if you ve been playing the game for months.
So where do we end up? Looking at the internet. And nope I believe that if I have to look in the internet for something then that's bad game design.
Now of course treasure maps are secondary quests and completely optional. But still I really like the whole idea and I believe they could have worked into something more functional than that.
What are your thoughts? Did you find the treasures without relying on the internet? Do you think this idea could evolve in the next game or would you prefer it to stay as it is now?
What's your opinion on this comedy and Mel Brooks movies in general?
I personally find it hilarious. It's one of these movies that couldn't be released today for "reasons"
Ριμπαλτα: Ο πραγματικός mvp !!!
Τι να πει κανείς για το Ριμπαλτα? Ο τυπος ανέλαβε ουσιαστικά τα ηνία φετος (γτ πέρυσι δεν τα είχε) μετά από μια καταστροφική σεζόν για την ΑΕΚ.
Τι είχε να αντιμετωπίσει? Μεγάλα συμβόλαια (Μάρσιαλ, Λαμελα), γερασμένο ροστερ, εύρεση προπονητη, μια εξαιρετικά δύσκολη πρόκριση στο conference αρχές Αυγούστου, ψυχολογία στα τάρταρα κ έναν κόσμο στα κάγκελα.
Κ όμως τα κατάφερε!!! Έφτιαξε πλάνο, βρήκε προπονηταρα να το υπηρετήσει, έδιωξε τα μεγάλα συμβόλαια, βρήκε παίχτες που να υπηρετησουν το πλάνο της ομάδας κ τους βρήκε νωρίς (πχ Κουτεσα τον είχε κλείσει από Απρίλιο) κ κατάφερε τέλος της φετινής σεζόν η ομάδα να είναι πρωταθλήτρια, να έχει κάνει μια όμορφη πορεία στο conference κ να μην μπορώ να σκεφτώ ούτε ένα παίχτη στο ροστερ που να θεωρώ βαρίδι.
Αλλά ξέρετε ποιο είναι το καλύτερο? Ότι όλα αυτά που χει καταφερει στην ΑΕΚ δεν είναι απλά ένα πυροτέχνημα. Ο τύπος χτιζει/προγραματιζει το μέλλον της ομάδας κ το κάνει άψογα.
Ribalta, gracias por todo !!!!