Happy August 15th! Assumption and (for Byzantine Catholics) Dormition of Our Lady!

Byzantine icon of the Dormition of Our Lady

u/Big_Gun_Pete — 6 days ago

ἀφοῦ εἶναι τῆς μόδας ξανὰ ὁ Ὅμηρος...

Ψηλά στης Τροίας τα βουνά, που 'ναι σαν κωλομέρια,

καθότανε ο Όμηρος με την ψωλή στα χέρια,

και εκεί που την ετράβαγε και σκόρπιζε το χύσι,

του ήρθε θεία έμπνευσις το έπος να αρχίσει

Ο Τρωικός ο πόλεμος είχε αφορμή τον κώλο

και όσα λέει ο Όμηρος γνωστά στον κόσμον όλο.

Ο κώλος κι όχι το μουνί υπήρξε η αιτία

και αν δεν το πιστεύετε ιδού η ιστορία: 30

Τον Πάρι γιο του Πρίαμου νέο πολύ ωραίο

που όπως λεν’ οι ιστορικοί κωλομπαρά σπουδαίο,

τυχαία φιλοξένησε κάποια φορά στη Σπάρτη

ο βασιλιάς Μενέλαος στο μέγα του παλάτι.

Είχ’ όμως ο Μενέλαος έν’ ανιψιό ωραίο

με κώλο ολοστρόγγυλο, κι έγινε το μοιραίο.

Ο Πάρις ο κωλομπαράς σαν είδε αυτόν τον κώλο

τον τορνευτό, το σπάνιο μέσα στον κόσμο όλο,

τη νύχτα εσηκώθηκε και πήγε στο κρεβάτι

κι οχτώ φορές τον γάμησε με καύλα και ραχάτι. Κατά κακή του σύμπτωση να σου και η Ελένη

βλέπει τη φοβερή ψωλή την τριπλοκαυλωμένη.

Και όπως ήταν φυσικό εκαύλωσε και κείνη

και σκέφτηκε στα γρήγορα τι έπρεπε να γίνει.

Την άλλη μέρα ο άνδρας της σαν πήγε για κυνήγι

αυτή τα πλούσια τα βυζιά με τέχνη τα ανοίγει

στου Πάρι πάει τη σκηνή, τάχα να τον ξυπνήσει

μ’ αυτός ευθύς κατάλαβε πως γύρευε γαμήσι.

Και η Ελένη στήθηκε να φάει τον ψώλο όλο

κι ο Πάρης την εξέσκισε τη γάμησε απ’ τον κώλο.

Μα σαν η τρομερή ψωλή στον κώλο της εχώθη

την έσκισε κι ο κώλος της με το μουνί ενώθη.

Εις την κατάσταση αυτή πλέον μη δυναμένη

να ζει με τον Μενέλαο η κωλοξεσκισμένη,

τον Πάρη ακολούθησε και φύγαν για την Τροία

και κει πλέον ελεύθερα γαμιέται η αχρεία.

Τσιμπούκια κι εξηνταεννιά, ψαλίδια, γλυφομούνια

αναστενάζουν τα βουνά, βογκούν τα κορφοβούνια.

Ολημερίς κι ολονυχτίς γεύεται και γαμιέται

και τώρα πια το κέρατο τ’ ανδρός της δε μετριέται.

Στη Σπάρτη ο Μενέλαος ζει πλέον σα χαμένος

περίλυπος μονολογεί και λέει απελπισμένος:

-Πούτσα μου πώς κατάντησες εσύ σε τέτοιο χάλι

που όταν έβλεπες μουνί γινόσουνα μεγάλη;

Αγρίευες και θέριευες, γινόσουν άνω κάτω

και ξέσκιζες της καθεμιάς τον μούνο και τον πάτο.

Τώρα κλεισμένη στο βρακί δε μου ζητάς παιχνίδια

κάθεσαι κι αναπαύεσαι στα ένδοξά σου αρχίδια.

Και τότε μαζευτήκανε όλοι οι Βασιλιάδες

και βρήκαν λύση τολμηρή για άντρες πουτσαράδες.

Αποφασίσανε λοιπόν, πόλεμο με την Τροία

μα κει δυσκολευτήκανε ως λέει κι η ιστορία...

Μαζεύτηκαν οι αρχηγοί για σύσκεψη μεγάλη

να πούνε τις απόψεις τους σε ένα ακρογιάλι.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Χάθηκα Αγαμέμνονα, μου κλέψαν το Λενάκι

και άλλος τώρα χαίρεται τ’ ωραίο της μουνάκι.

Μου το ’σκασε η ξέκωλη και πήγε με τον Πάρι

σαν να μην είχα και εγώ αρχίδια και παπάρι.

Στο λέω Αγαμέμνονα, στο λέω αν δεν γυρίσει

κι εγώ στο γιο του Πρίαμου θα πάω να με γαμήσει.

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Ησύχασε Μενέλαε μην κάνεις σα μωράκι

το ξέρω πως τα κέρατα είναι πικρό φαρμάκι.

Σου δίνω εγώ το λόγο μου τον πούστη θα τον βρούμε

και θα του δείξουμε καλά πως τέτοιους τους γαμούμε.

Θα τον τσακίσω τον μπινέ και θε να βλαστημήσει

την ώρα που αποφάσισε να σου τηνε γαμήσει.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ

Είναι κι αυτή παλιόπραμα, αχόρταγη στον ψώλο

στην Τροία, τώρα που μιλώ, γαμιέται πίπα κώλο.

Μα εμπρός στην Τροία ας στείλουμε πρόβατα, αίγες, κότες,

άλογα, χοίρους και παπιά κι ένα σακί καπότες,

μήπως και μας τη στείλουνε την πόρνη την Ελένη

αλλιώς σε βλέπω μια ζωή με πούτσα μαραμένη.

Μετά τα λόγια τα σοφά του φίνου Οδυσσέα

το λόγο δίνουν στον ψηλό, το βασιλιά τον Αία:

ΑΙΑΣ

Φίλε μου Αγαμέμνονα, φίλε Οδυσσέα γειά σας

ή όπως λεν οι ποιητές, ψωλή μου στα μεριά σας.

Το έμαθα Μενέλαε, μαλάκα να σε βράσω

στην έσκασε ο ψωλαράς και σ’ άφησε στον άσσο.

Κι αν η Ελένη σου ’φυγε δική σου ήταν βλακεία

αλλά μην απελπίζεσαι, σου μένει η μαλακία.

Είναι κι αυτή παλιόπραμα και για δυο φρέσκα μήλα με Ανδρομάχη και λοιπές, γαμιέται σαν την σκύλα

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Εδώ που σε καλέσαμε σ’ έχουμ’ ανάγκη Αία

μην τον πειράζεις, το λοιπόν ετούτον τον μαλέα.

Να το σκεφτούμε σοβαρά το τι μπορεί να γίνει

και η φυλή την προσβολή γρήγορα να ξεπλύνει.

ΑΙΑΣ

Τι διάβολο Αγαμέμνονα, γιατί με λένε Αία, ακόμη δεν τελείωσες και μου ’ρθε μια ιδέα.

Εγώ προτείνω, το λοιπόν, να μεταμφιεστούμε

σαν αστυνομικοί κρυφοί, στην Τροία οι δυό να μπούμε,

εγώ του τμήματος ηθών και συ της ασφαλείας,

θα έχουμε και ένταλμα προς χάριν ευκολίας.

Ζητάμε από τον Πρίαμο εξέταση να γίνει,

για να μπορεί ο Πάρις τους ελεύθερα να χύνει.

Τις γκόμενες στα πεταχτά όλες τις εξετάζεις

μα της Ελένης το μουνί προσεχτικά κοιτάζεις.

Βρίσκεις τάχα μουνόψειρες και σύφιλη οξεία,

την παίρνουμε για τη Συγγρού να κάνει θεραπεία.

Έτσι λοιπόν στα γρήγορα και δίχως φασαρία

στη Σπάρτη την πηγαίνουμε και λήγει η ιστορία.

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Καλή ήταν η ιδέα σου, μα έτσι και προδοθούμε

θα μας ξεσκίσουν και τους δυό, σκληρά θα γαμηθούμε.

Εγώ προτείνω επίθεση από στρατό και στόλο,

γιατί με την ιδέα σου θα πάμε πίπα κώλο.

Και δεν το θέλω ούτε εγώ ούτε κανένας άλλος

αφού τη γλύτωσα μικρός να γαμηθώ μεγάλος.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Αδέρφια κάντε γρήγορα κάθε λεπτό που μπαίνει,

ο Πάρης στο κρεβάτι του, γαμάει την Ελένη.

Φέρτε μου την Ελένη μου κι αν κάποιος το θελήσει

πολύ ευχαρίστως κάθομαι μετά να με γαμήσει.

Τότ’ επενέβη ο Οδυσσεύς και μίλησε σταράτα

στο βασιλιά Μενέλαο και του ’σκισε τη γάτα:

ΟΔΥΣΣΕΥΣ

Άσ’ τα κουβαρνταλίκια σου, εμείς δεν τα μασάμε,

το ξέρεις δε πολύ καλά πως κώλο δεν γαμάμε.

Και κάτι τέτοιο αν κάνουμε μια μέρα παρά φύση,

να μαραθεί ο πούτσος μας να μην μπορεί να χύσει.

Εμείς θα καταφέρουμε να μπαλωθεί η ζημιά σου,

μα ψάξε εσύ μονάχος σου για να ’βρεις το γαμιά σου.

Έτσι εσταματήσανε χωρίς να καταλήξουν

για να σκεφτούν καλύτερα προτού να ξανασμίξουν

και ο καθένας χωριστά τη λύση για να φέρει

για να γλυτώσουν βάσανα μακριά σε ξένα μέρη.

Τ’ απόγευμα συνέχισαν, μα είχαν άλλες βλέψεις

με βάση το φιλότιμο και λανθασμένες σκέψεις.

Ξανά εκυριάρχησε για πόλεμο η γνώμη

κι έτσι αρχίσαν τα δεινά, το αίμα και οι τρόμοι...

Στρατός μαζεύτηκε λοιπόν, με δόρατα κι ασπίδες

στην Τροία να μπουκάρουνε και να τα κάνουν βίδες.

Την ώρα που πηγαίνανε στα πλοία για να μπούνε

ρωτούν τον Κάλχα να τους πει τι τρέχει και αργούνε.

Την κόρη του Αγαμέμνονα ο Δίας τη γουστάρει

με "φίκι-φίκι" θεϊκό την καύλα να καλμάρει.

Μήνυμα στέλνει στο χωριό και λέει στο παλάτι

"ο Δίας την κόρη μας ζητά με πόθο και γινάτι".

Η Ιφιγένεια δέχτηκε το ψυχικό να κάνει

και του Ολύμπιου Θεού την καύλα να την γιάνει,

γιατί πολύ το γούσταρε ο Δίας να την πάρει

να νιώσουνε τα σκέλια της το θεϊκό παπάρι.

Κι έριξ' ο Δίας κεραυνούς στου κώλου της την τρύπα

και ’κείνη από την ηδονή, του ζήταγε και πίπα.

Αφού την πρόσφεραν στον Ζεύ και κάναν τη θυσία

στον στόλο επιβιβάστηκαν ολοταχώς για Τροία.

Έτσι σαλπάρισαν λοιπόν μαζί στρατός και στόλος

μα αν δεν το θυμόσαστε αιτία ειν’ ο κώλος.

Πρωί π’ αρχίζουν να γαμούν τις κότες τα κοκόρια

απ’ την Αυλίδα φύγανε σαρανταδυό βαπόρια

Ο ψωλαράς Μενέλαος κι ο Μέγας Αχιλλέας

ο Οδυσσεύς κι ο Πάτροκλος, ο πούστης της παρέας.

Στο πλοίο που ο Πάτροκλος έπαιρνε το λουτρό του

κι ο Αχιλλέας μπάνιζε απ’ το παράθυρό του,

πανσέληνος του φάνηκε του Πάτροκλου ο κώλος

και ευθύς του ανυψώθηκε δυο πιθαμές ο ψώλος.

Οργίασαν για τα καλά, μέχρι να παν στην Τροία

κι ο Πάτροκλος εγλέντησε του Αχιλλέα τα τρία.

Καθώς ο Πάρης γάμαγε στο φίνο του κρεβάτι

μαντατοφόρος έρχεται και μπαίνει στο παλάτι.

"Πλακώσανε οι Ελληνες κι έρχονται καυλωμένοι

να μας γαμήσουνε γιατί πήραμε την Ελένη"

Ηχύσανε οι σάλπιγγες, ορμήξαν και οι Τρώες,

αλλά ο Πάρης τίποτα, γάμαγε με τις ώρες

Τότε ήρθε ο Πρίαμος για να τον απειλήσει,

πως αν δεν εσηκωθεί θα τον ευνουχήσει

Κι ο Πάρης εσηκώθηκε άφησε την Ελένη

στα κάστρα πάνω ανέβηκε να μάθει τι συμβαίνει.

Κατέβησαν οι Αχαιοί απ’ τα μεγάλα πλοία

κι ορμίσανε ομαδικώς να πάρουνε την Τροία.

Παραταχτήκανε λοιπόν να ξηγηθούν αντρίκια

κι αρχίσανε οι αρχηγοί να ρίχνουν μπινελίκια.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Πάρη είσαι κωλόπαιδο και κέρατο μεγάλο

γουστάρω την ψωλάρα μου στον κώλο σου να βάλω.

ΠΑΡΗΣ

Μενέλαε παλιαδερφή, πολεμιστή της πλάκας

η Ελένη σε παράτησε γιατί εισ’ αρχιμαλάκας.

Αλήτη Αγαμέμνονα κλάσε μου το παπάρι

κανένας μέχρι σήμερα δε γάμησε τον Πάρη.

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Αυτά μας τα ’πανε πολλοί, μας τα ’πε κι ένας άλλος

μ’ αν δε γαμήθηκες μικρός θα γαμηθείς μεγάλος.

ΠΑΡΗΣ

Βλέπεις στο κάστρο το ψηλό που αράπης κατεβαίνει;

Κρατά τον πούτσο του σφιχτά κι εσένα περιμένει.

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Βλέπεις εκείνο το βουνό που μοιάζει με καρπούζι;

Θυμάσαι που σε γάμαγα και μου ’λεγες ‘με τσούζει’;

Και πέφταν οι βρισιές σωρό, μην τα πολυλογούμε,

υπάρχουν και ανήλικα και παρεξηγηθούμε.

Και άρχισε η σύγκρουση ορμίσανε οι φαντάροι

και δεκαπέντε Έλληνες κυκλώσανε τον Πάρη.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Κρατάτε τόνε τον μπινέ, κι ανοίχτε του τα πόδια

να του ξεσκίσω το κωλί για να χωράνε βόδια.

Την ώρα εκείνη πίνανε στον Όλυμπο δυο ούζα

και είδανε από ψηλά πως πάνε για παρτούζα.

Κι έπεσαν τότε κεραυνοί και έπεσε το βράδυ

και μια φωνή ακούστηκε μες το πυκνό σκοτάδι.

Η Αφροδίτη φάνηκε μέσα από την θολούρα

και έριξε στους Έλληνες μία γερή μαστούρα.

Κι έτσι ο Πάρης γλύτωσε τον κώλο του να σκίσουν

μέσα στο κάστρο κρύφτηκε να μην τονε γαμήσουν.

Πόλεμος μέγας ξέσπασε και τρομερό γαμήσι

κι από παντού σκορπίζονταν το ελληνικό το χύσι.

Τίποτα ορθό δεν έμεινε, όλοι τα είχαν πάρει

ενώ η Λενιώ ξεσκίζονταν απ’ την ψωλή του Πάρη.

Παρόλο που οι Έλληνες βαρβάτοι ήταν όλοι

μάταια προσπαθούσανε να πάρουνε την πόλη.

Στα γύρω τα περίχωρα μουνί δεν είχε μείνει

κι όλος ο κόσμος γενικά μπουρδέλο είχε γίνει.

Κι αγάμητο πετύχανε μουνί να μην αφήσουν

την πόλη δεν κατάφεραν όμως να την πατήσουν.

Γύρω απ’ το κάστρο το γερό με τα ψηλά τα τείχη

στέκονται οι Έλληνες βουβοί και βλαστημούν την τύχη.

Μοίρα κακή τους έριξε και πάνε δέκα χρόνια

οι ζέστες τους τσουρούφλισαν, τους πάγωσαν τα χιόνια.

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Γαμώ την τρέλα μου γαμώ, τι κάνω εδώ ο μαλάκας

μακριά από το σπίτι μου μ’ ένα στρατό της πλάκας;

Μενέλαε κωλόπαιδο ξέχασε την Ελένη

γιατί αν μείνουμε εδώ την έχουμε βαμμένη.

Οι Τρώες μας δουλεύουνε και πάρτε το χαμπάρι

τα τείχη αυτά δεν πέφτουνε μ’ αξίνα και με φτυάρι.

Ως κι ο πανούργος Οδυσσεύς έχει κι αυτός σαστίσει

και τους θεούς παρακαλεί να δώσουνε μια λύση.

-Αχ Οδυσσέα-, έλεγε, -είσαι μεγάλος βλάκας

ποιος είπε στον Μενέλαο να γεννηθεί μαλάκας;

Και έτσι τον Πάρη άφησε να τόνε κερατώσει

και στης Ελένης το μουνί τον πούτσο του να χώσει.

Μα φταίω ’γω για όλα αυτά ν’ αφήσω την καλή μου,

και δέκα χρόνια να τραβώ στην Τροία το πουλί μου;-

Αυτά κι άλλα σκεφτότανε μάτι χωρίς να κλείσει

και το μυαλό του έστυβε να βρει μια κάποια λύση.

Ήταν στην τρύπια του σκηνή μια μέρα ξαπλωμένος

και χάιδευε τον πούτσο του που ήταν σηκωμένος,

και τα μεγάλα αρχίδια του κρεμότανε με χάρη

να σου μπροστά του η Αθηνά μ’ ασπίδα και κοντάρι.

Σηκώνει την χλαμύδα της, του δείχνει το μουνί της

σκύβει του λέει στο αυτί με τη γλυκιά φωνή της:

ΑΘΗΝΑ

Ω, πολυμήχανε Οδυσσεύ απ’ τα ουράνια ύψη

στο πατρικό σου το νησί σε κοίταζα με θλίψη,

της Πηνελόπης το μουνί να το γαμάς με λύσσα

κι αόρατη κατέβαινα και σου ’γλυφα τα χύσια.

Σαν λιγωμένη κοίταζα τη φοβερή ψωλή σου

τ’ αρχίδια σου τα τριχωτά και το χοντρό καυλί σου.

Είμ’ από τότε ανήσυχη και δεν θα ησυχάσω

τον πούτσο σου που λαχταρώ αν δεν τον δοκιμάσω.

Εγώ σου δίνω το κλειδί την Τροία για να πάρεις μα θέλω σαν αντάλλαγμα να μου τον εφορμάρεις.

Ο Οδυσσεύς τα έχασε και σκέφτηκε ώρα λίγη

κι είδε πως ήταν δύσκολο πολύ να τ’ αποφύγει.

Της βάζει μια τρικλοποδιά, την έριξε στο χώμα

κι από την καύλα την πολλή θα την γαμούσε ακόμα.

Μα ο νους του πήγε στη δουλειά, σηκώνεται από κάτω

και το καυλί του τράβηξε απ’ της θεάς τον πάτο.

ΟΔΥΣΣΕΥΣ

Μικρή καυλιάρα γεύτηκες το φίνο μου παπάρι

το κόλπο λέγε γρήγορα για κάνε μου τη χάρη.

Πες μου ποιο ειν’ το μυστικό την Τροία να πατήσω

κι εγώ σου δίνω υπόσχεση να σε ξαναγαμήσω.

Και η Αθηνά στην καύλα της, στο ερωτικό μεθύσι,

του έδωσε το μυστικό την Τροία να πατήσει

ΑΘΗΝΑ

Να φτιάξεις άλογο ψηλό, με δυο μεγάλα αρχίδια,

να μπούνε μέσα οι Έλληνες ν' αρχίσουν πανηγύρια

Κι ο Οδυσσεύς την άκουγε με σύνεση μεγάλη,

σαν η καριόλα του λεγε την Τροία πως να πάρει

Έφτιαξαν ένα άλογο ψηλό τριάντα μέτρα

που ήταν όλο ξύλινο και όχι από πέτρα.

Μέσα στην τρύπια του κοιλιά κρυφτήκανε μ’ ελπίδα

και κόβανε την κίνηση απ’ την κωλοτρυπίδα.

Μα επειδή δε χώραγαν σ’ έν’ άλογο όλο κι όλο

καθένας είχε την ψωλή στου αλλουνού τον κώλο.

Κι οι υπόλοιποι οι Έλληνες με τα μεγάλα αρχίδια

σ’ ένα νησί κρυφτήκανε που βόσκαν κάτι γίδια.

Και περιμένανε λοιπόν να ’ρθει η κατάλληλη ώρα

στην Τροία να μπουκάρουνε με βία και με φόρα.

Την άλλη μέρα οι φρουροί της Τροίας ξαφνιασμένοι

σαν είδανε το άλογο κοίταζαν σαστισμένοι.

‘Θεού σημάδι’ σκέφτηκαν ‘Τι είναι τούτο πάλι;’

και σ’ όλους τρέξαν να το πούν και με χαρά μεγάλη.

Κι οι Τρώες που στο βάθος τους μαλάκες ήταν όλοι

γκρεμίσανε τα τείχη τους και το 'βαλαν στην πόλη.

‘Ο πόλεμος τελείωσε’ σκέφτηκαν τα χαμούρια

και στο γαμήσι ρίχτηκαν με καύλα και με φούρια.

Πήραν τα στρώματα φωτιά απ’ το πολύ γαμήσι

τόσο που δεν προλάβαινε το χύσι να τη σβήσει.

ΠΑΡΗΣ

Ο πόλεμος τελείωσε, ω! τι χαρά μεγάλη

έλα εδώ Ελένη μου να στον καρφώσω πάλι!

Γίνανε πίτα όλοι τους, ξερνάγαν όλοι μέρα

κι οι Έλληνες στο άλογο παίζανε τη ‘φλογέρα’.

Κι όταν η νύχτα έφτασε, οι Τρώες κουρασμένοι

στα μαλακά κρεβάτια τους πέσαν ευτυχισμένοι.

Μέσα στης νύχτας το βαθύ ατέλειωτο σκοτάδι

ξεχύνονται από παντού σα να 'ρχονται απ' τον Άδη

εκατοντάδες Αχαιοί δαυλιά κρατώντας όλοι

κι απ’ του αλόγου την κοιλιά ξεχύνονται στην πόλη.

Με φοβερούς αλαλαγμούς ανάβουν τα δαυλιά τους,

με τ’ άλλο χέρι κράταγαν όρθια τα καυλιά τους.

Μέσα σε σπίτια μπαίνανε σαν κρίαροι βαρβάτοι

γυναίκα ή άνδρα βρίσκανε τον ρίχναν στο κρεβάτι.

Μες στο βαθύ τον ύπνο τους οι Τρώες ξεγνοιασμένοι

για πότε γαμηθήκανε μυστήριο τους μένει.

Μάταια ο Αγαμέμνων φώναζε ‘μην τους γαμάτε όλους!’

οι Έλληνες ακράτητοι τους έσκιζαν τους κώλους.

Κι ο Πάρης που κατάλαβε πως χάναν πια την πόλη

απ’ το παλάτι φώναξε για να τ’ ακούσουν όλοι:

‘-Εγώ ειμ’ ο φταίχτης για όλα αυτά, δε φταίει κανένας άλλος

κι αφού τη γλίτωσα μικρός ας γαμηθώ μεγάλος!-’

Κι οι Αχαιοί κατάλαβαν πως για να πέσει η Τροία

πρώτα να πέσουν έπρεπε και τα δικά τους τρία.

Ήταν σχεδόν αδύνατο μες στην παλιά την πόλη

να βρει κανείς για να κρυφτεί χαντάκι ή περβόλι.

Την Τροία πια την όμορφη την είχαν ξεκληρίσει

και οι γυναίκες στην σειρά, κάνανε όλες πλύση.

Πλένανε το μουνάκι τους και με κραυγές θρηνούσαν

και να εξηγήσουν το κακό ακόμα δε μπορούσαν.

Κι οι άντρες τρέχαν να κρυφτούν βρίζοντας και βογγώντας

κι όποιος αντιστεκότανε τον πήγαιναν γαμιώντας.

Από την άλλη την πλευρά, στων Αχαιών τα πλήθη

γλέντια, χαρές, ξεφάντωμα, γαμήσια κακοήθη.

Τα πάντα σε ερείπια ήτανε σωριασμένα

κι όλοι γυρνούσαν σαν τρελοί και τα ’χανε χαμένα.

Στους καβλερούς τους Αχαιούς σαν άλμπουρα οι ψώλοι

και στους Τρωάδες σκούζοντας -πονάνε πια οι κώλοι-.

Το βράδυ που κουράστηκαν απ’ την πολλή καβάλα

αρχίσανε να σκέφτονται για σύντομη φευγάλα.

Στα πλοία κουβαλήσανε διαμάντια και πετράδια

χρυσάφι, ασήμι και χαλκό μες στα βαθιά σκοτάδια,

τα πήγαιναν στ' αμπάρια τους τα παραφορτωμένα

κι από τα πλούτη τα πολλά τα είχανε χαμένα.

Κι αφού τελειώσαν όλα αυτά, τα τόσα τραγικά

την ξεκωλιάρα πήρανε, σαν να 'τανε κυρά

και την παρουσιάσανε σαν να ’ταν αρπαγμένη

και πως με ζόρι κι απειλές ήτανε γαμημένη.

Γιατί σαν συναντήθηκαν στο ξένο το παλάτι

έξυπνη και πανέμορφη και καύλα όλο γεμάτη

κι ολόγυμνη με το μουνί καλά αρωματισμένο

με μόνο το βρακάκι της κι αυτό μισοβγαλμένο

μπροστά εις τον Μενέλαο στάθηκε η Ελένη

κι αυτός θωρώντας την βουβά με πούτσα καυλωμένη

άρχισε να γυμνώνεται, πετώντας το σπαθί του

και στη στιγμή οι συντρόφοι του γυμνώθηκαν μαζί του.

Κι όσο αυτός εγάμαγε μ' ορμή και μαεστρία

όλος ο άλλος ο στρατός βαρούσε μαλακία.

Μα όλα ετελείωσαν, τέρμα στα πανηγύρια

έλυσαν τα καράβια τους, χαλάσαν τα τσαντίρια

στοιβάζουν τις αιχμάλωτες, βουνό τις κακομοίρες

νέες, μικρές, ανύπαντρες, γεμάτες όλες ψείρες

θυσίασαν του Πριάμου την κόρη Πολυξένη

για να τιμήσουν τους Θεούς κι όλη την οικουμένη.

Έτσι εξεκινήσανε απ’ την καμμένη Τροία

χαράζοντας κατεύθυνση και σταθερή πορεία

για της πατρίδας το χωριό, την πόλη, το λιμάνι μ' επιθυμία αμέτρητη να φτάσουν μάνι-μάνι.

Και δεν θ’ αργούσαν να ’φταναν στην όμορφη πατρίδα

αν ξαφνικά δεν έπιανε μεγάλη καταιγίδα.

Φύσηξε αέρας τρομερός, κι αγρίεψε η φύση

μαύρο βουνό η θάλασσα, τα πλοία πήραν κλίση.

Σκίστηκαν όλα τα πανιά, σκόρπισαν τα καράβια

κι έχασε η μάνα το παιδί κι η σκύλα τα κουτάβια

Κι έτσι επροσπαθήσανε και περιπλανηθήκαν

κι άλλοι γυρίσαν νικητές και άλλοι γαμηθήκαν.

Όμως από τους ήρωες που κούρσεψαν την Τροία

κανείς δεν εκουράστηκε, ως λέει η ιστορία

όπως ο πολυμήχανος, πανούργος Οδυσσέας

που από μικρός φαινότανε ο μάγκας της παρέας.

Η ιστορία τέλειωσε, κι ήταν πολύ μεγάλη

ο Όμηρος την έγραψε μα την αλλάξαν άλλοι.

reddit.com
u/Big_Gun_Pete — 9 days ago
▲ 91 r/country

Favorite pre-Rock and Roll country singers?

Hank Williams (obviously)

Ernest Tubb

Hank Snow

Lefty Frizzell

Gene Autry

u/Big_Gun_Pete — 30 days ago